a

Copyright 2021 Ι. Σκουζός & Συνεργάτες.
All Rights Reserved.

espa

Άσκηση δεύτερης προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια κατόπιν απόρριψης της για τυπικούς λόγους

Ιάσων Σκουζός & Συνεργάτες > Κλάδοι Δικαίου  > Φορολογικό Δίκαιο  > Άσκηση δεύτερης προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια κατόπιν απόρριψης της για τυπικούς λόγους

Άσκηση δεύτερης προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια κατόπιν απόρριψης της για τυπικούς λόγους

Σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας κι ειδικότερα το άρθρο 70 αυτού, «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περίπτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 3, 139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα».

Η απόρριψη για λόγους τυπικούς αφορά σε πλημμέλειες που προκαλούνται, κατά κύριο λόγο, εξαιτίας μη τήρησης διατάξεων, ένεκα της οποίας προκαλείται απαράδεκτο της προσφυγής, όπως είναι οι διατάξεις περί των αναγκαίων στοιχείων των δικογράφων (άρθρα 45 και 68 Κ.Δ.Δ.), περί της τήρησης της ενδικοφανούς διαδικασίας και της κατάθεσης του δικογράφου (άρθρα 63§3 και 126§1 Κ.Δ.Δ.), περί δικαστικού ενσήμου και παραβόλου (άρθρα 274 και 277 Κ.Δ.Δ.), και, ασφαλώς, οι διατάξεις που προνοούν περί των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης (άρθρα 23 επόμ. Κ.Δ.Δ.). Πάντως, μολονότι η διάταξη δεν κάνει καμία διάκριση ως προς τους τυπικούς λόγους που επιτρέπουν την άσκηση δεύτερης προσφυγής, εξυπακούεται ότι δεν είναι παραδεκτή η άσκησή της μετά από κάθε απόρριψη της πρώτης εξ αιτίας οιουδήποτε τυπικού λόγου, δεδομένου ότι προαπαιτείται, ευλόγως, η πλημμέλεια της πρώτης προσφυγής να είναι και δικονομικώς «ιάσιμη» (π.χ. με την τήρηση της παραλειφθείσης ενδικοφανούς διαδικασίας, την κατάθεση παραβόλου, την άρση της αοριστίας του δικογράφου, την κατάθεση αυτού στο αρμόδιο όργανο, τη νομιμοποίηση του νομίμου αντιπροσώπου ή δικαστικού πληρεξουσίου, την άρση της δικανικής ανικανότητας του προσφεύγοντος κλπ.).

Βλ. υπ’ αριθ. 2876/2014 απόφαση του Μον. Διοικ. Πρωτοδικείου Πειραιά (αδημ.), που, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 83 του ν. 4139/2013, δέχεται ως παραδεκτή την άσκηση δεύτερης προσφυγής, μετά την απόρριψη της πρώτης, λόγω μη νομιμοποίησης του υπογράψαντος Δικηγόρου.

Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματά της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης.

Αναφορικά με την προθεσμία άσκησης της δεύτερης προσφυγής, αυτή ορίζεται ως εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης.

Σύμφωνα με την υπ’ αρ. 282/2013 Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ., «Εάν η απόφαση, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία, τυγχάνει εξ αρχής τελεσίδικη, καθόσον είτε είναι ανέκκλητη, ως μη υποκείμενη σε έφεση κατ’ άρθρο 92§2 Κ.Δ.Δ., είτε εκδόθηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από το Διοικητικό Εφετείο, τότε η εξηκονθήμερη προθεσμία προς άσκηση της δεύτερης προσφυγής άρχεται αμέσως από την ημερομηνία κοινοποίησης της δικαστικής απόφασης».

Η διάταξη του α. 92 παρ. 2 ΚΔΔ ορίζει τις αποφάσεις που δεν υπόκεινται σε έφεση, όντας ανέκκλητες και τελεσίδικες.

Ειδικότερα αναφορικά με την προθεσμία άσκησης της δεύτερης προσφυγής σε συνάρτηση με το διάστημα αναστολής και δικαστικών διακοπών, λεκτέα τα ακόλουθα.

Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου (Κ.Δ. από 26.6./10.7.1944, Α΄ 139) προβλέπεται ότι, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει καμία προθεσμία εις βάρος του κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, οι οποίες, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1756/1988 (Α΄ 35), αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν την 15η Σεπτεμβρίου.
Με το άρθρο 22 παρ. 4 του Ν. 1868/1989 ορίστηκαν δε τα εξής: «Η διάταξη του άρθρου 11 του Κώδικα των νόμων περί δικών του δημοσίου (ΚΔ της 26/6-10/7/1944) εφαρμόζεται και στις υποθέσεις δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως προς όλα τα ασκούμενα από το Δημόσιο ή τη Διοικητική αρχή ενώπιον τους ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα».
Επίσης, στην παρ. 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999) ορίζεται ότι «… οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων αναστέλλονται για το διάστημα από 1η έως 31η Αυγούστου».
Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων συνάγεται ότι οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων αναστέλλονται για μεν τον ιδιώτη διάδικο από 1ης έως 31ης Αυγούστου, για δε το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ. από 1ης Ιουλίου ως 15ης Σεπτεμβρίου.
Προς πλήρωση κι επίρρωση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ Δημοσίου – Ν.Π.Δ.Δ. και ιδιώτη διαδίκου, έχει κριθεί παγίως από τη νομολογία ότι οι ιδιώτες διάδικοι δικαιούνται και αυτοί την αναστολή προθεσμιών για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων καθ’ όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (βλ. ΣτΕ 2807/2002, Ολομ. 660, 1031, 1757, 4062/08, 1065, 2575, 3202/09, 717/11, 3638/2012, 2559, 1391/2007, 2601/2006, ΔΕφΑθ 1397/2009,).
Έτσι, η εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση δεύτερης προσφυγής, που προβλέπεται από το άρθρο 70 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών από την 1η Ιουλίου έως την 15η Σεπτεμβρίου.
Τέλος, σε περίπτωση που η ως άνω διοικητική πράξη κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή επισύρει και ποινικές κυρώσεις, κρίσιμο είναι να αναφερθεί η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2, 4 του ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του Ν 4446/2016 (ΦΕΚ Α’ 240/22.12.2016).
Η διάταξη της παραγράφου 2 ορίζει ότι «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μη γίνει κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης».
Η διάταξη της παραγράφου 4 ορίζει ότι «Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας».