a

Facebook

Twitter

Copyright 2019 Ι. Σκουζός & Συνεργάτες.
All Rights Reserved.

Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012

Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, τέθηκε σε εφαρμογή την 10η Ιανουαρίου 2015.

i. Πεδίο Εφαρμογής

Ο Κανονισμός 1215/2012 εφαρμόζεται επί ιδιωτικών διεθνών διαφορών, δηλαδή διαφορών στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου που, επειδή συνδέονται με περισσότερες της μιας έννομες τάξεις, εμφανίζουν – όταν εισάγονται ενώπιον των δικαστηρίων ενός κράτους– στοιχείο αλλοδαπότητας σε σχέση με αυτό. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Κανονισμού, συμπεριλαμβάνονται οι υποθέσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, όπως ενδεικτικά, η κατάσταση ή η ικανότητα δικαίου φυσικών προσώπων, οι πτωχεύσεις, η διαιτησία, οι κληρονομικές σχέσεις κ.λπ.

ii. Διεθνής δικαιοδοσία

Η κατοικία (έδρα) του εναγομένου επιτελεί διπλή λειτουργία, καθώς αποτελεί :
α) απαραίτητο όρο για την εφαρμογή του κανονισμού και
β) τον βασικό δικαιοδοτικό σύνδεσμο του Κανονισμού, με τον οποίο υποδεικνύεται το κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο. (π.χ. των Αθηνών, οπότε και καθιδρύεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων)

Περαιτέρω, για να υπαχθεί ένα νομικό πρόσωπο στις διατάξεις του Κανονισμού, θα πρέπει να βρίσκεται στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη είτε η καταστατική έδρα του, είτε η κεντρική διοίκησή του (που ουσιαστικά ταυτίζεται με την πραγματική έδρα του), είτε η κεντρική εγκατάστασή του (άρθρο 63 παρ. 1 του Κανονισμού)

Συνεπώς, ο εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να διερευνά εάν:
α) η επίδικη περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού με βάση το αντικείμενο της διαφοράς και
β) ο εναγόμενος κατοικεί σε κάποιο κράτος μέλος.

iii. Διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό 1215/2012, ο δικαιούχος απόφασης που επιθυμεί να εκτελέσει μια απόφαση αιτείται από το δικαστήριο προέλευσης να του εκδώσει βεβαίωση που να βεβαιώνει την εκτελεστότητα και να παρέχει πληροφορίες σχετικά με την απόφαση. Η βεβαίωση και ένα αντίγραφο της απόφασης αποτελούν σε αυτήν την περίπτωση επαρκή εξουσιοδοτικά έγγραφα για εκτέλεση στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 του Κανονισμού 1215/2012, προκειμένου να εκτελεστεί απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου, απαιτείται η προσκόμιση των εξής εγγράφων:
1) Αντίγραφο της απόφασης, το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας
2) Τη βεβαίωση που εκδόθηκε από το Δικαστήριο προέλευσης (βεβαίωση Παραρτήματος Ι του Κανονισμού)
3) Αποδεικτικό επίδοσης της απόφασης, αν τα μέτρα διατάχθηκαν χωρίς κλήτευση του εναγομένου.

Σημειώνεται ότι η αναγνώριση μπορεί να μη δοθεί, αν υπάρχει λόγος άρνησης της αναγνώρισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 45 του Κανονισμού. Ειδικότερα, μια απόφαση δεν θα αναγνωρίζεται (α) αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη (ordre public) του κράτους μέλους εκτέλεσης, (β) αν σε περίπτωση απόφασης ερήμην, αποδειχθεί ότι δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο το εισαγωγικό της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί ή (γ) αν αντιβαίνει προς τους κανόνες αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας ή τους ειδικούς κανόνες επί θεμάτων που σχετίζονται με την ασφάλιση ή τις συμβάσεις καταναλωτών.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, το δικαστήριο του κράτους μέλους εκτέλεσης πρέπει να αποδεχτεί τις πραγματικές διαπιστώσεις όσον αφορά στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου προέλευσης και του απαγορεύεται ρητά να ερευνήσει τη δικαιοδοσία του εν λόγω δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το άρθρο 36 ορίζει ότι αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση αλλοδαπής αποφάσεως.

Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση έκδοσης απόφασης που να ορίζει ότι κανείς από τους λόγους άρνησης αναγνώρισης δεν ισχύει στη συγκεκριμένη απόφαση. Παράλληλα, αίτηση μπορεί να κατατεθεί από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο κατά της αναγνώρισης, αλλά και από τον οφειλέτη κατά της εκτέλεσης ενώπιον ενός από τα δικαστήρια που αναφέρονται από την Επιτροπή για αυτόν το σκοπό (αφορά αποκλειστικά στην εκτέλεση της απόφασης και όχι την ουσία της υπόθεσης).

Στην Ελλάδα, για αιτήσεις άρνησης εκτέλεσης, αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας εκείνου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση. Για τις αιτήσεις για την έκδοση απόφασης ότι δεν συντρέχουν λόγοι άρνησης αναγνώρισης δυνάμει του άρθρου 36 παράγραφος 2, αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του προσώπου κατά του οποίου υποβάλλεται η αίτηση με σκοπό να αναγνωριστεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι άρνησης.

Επιπλέον, ο οφειλέτης μπορεί να αιτηθεί στο δικαστήριο την άρνηση αναγνώρισης ή εκτέλεσης μιας απόφασης βάσει ενός από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης. Η απόφαση που εκδίδεται επί της αίτησης για άρνηση εκτέλεσης μπορεί να προσβληθεί από τους διαδίκους με ειδική διαδικασία (άρθρα 49 έως 51 του Κανονισμού). Το Μονομελές Πρωτοδικείο είναι επίσης αρμόδιο για τις αιτήσεις άρνησης αναγνώρισης (κατά άρθρο 45 του Κανονισμού).

Τέλος, ενημερώνουμε ότι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του Κανονισμού, πριν το πρώτο μέτρο εκτέλεσης, πρέπει να λάβει χώρα η έγκαιρη επίδοση της βεβαίωσης του Παραρτήματος Ι, για την έγκαιρη ενημέρωση του καθ’ ου για τη βούληση του δανειστή να εκκινήσει την εκτελεστική διαδικασία.