a

Copyright 2022 Ιάσων Σκουζός TaxLaw.
All Rights Reserved.

espa
espa
Back to top

Κανόνες φορολόγησης κατά την έξοδο

Ιάσων Σκουζός - TaxLaw > Κλάδοι Δικαίου  > Φορολογικό Δίκαιο  > Κανόνες φορολόγησης κατά την έξοδο

Κανόνες φορολόγησης κατά την έξοδο

Το άρθρο 66Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ενσωμάτωσε στην ελληνική νομοθεσία τις διατάξεις της οδηγίας 2016/1164/ΕΕ του Συμβουλίου της Ε.Ε. (ATAD) για τη θέσπιση κανόνων φορολόγησης “κατά την έξοδο” (exit taxation). Για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων έχει εκδοθεί και η Απόφαση Α. 1231/2020 του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.

 

Σκοπός των διατάξεων

Οι κανόνες της φορολόγησης κατά την έξοδο εφαρμόζονται σε περιπτώσεις μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων, φορολογικής κατοικίας ή δραστηριότητας νομικού προσώπου εκτός Ελλάδας που συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος φορολόγησης της Ελλάδας και έχουν σκοπό να διασφαλίσουν ότι η οικονομική αξία τυχόν κεφαλαιακού κέρδους θα φορολογηθεί, ακόμη και αν το εν λόγω κέρδος δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο της εξόδου.

 

Υποκείμενο του φόρου

Υπόχρεοι σε καταβολή φόρου κατά την έξοδο είναι:

  • Νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που έχουν τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα και υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων, και
  • Μόνιμες εγκαταστάσεις που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα.

Οι εν λόγω διατάξεις δεν εφαρμόζονται στα φυσικά πρόσωπα.

 

Περιπτώσεις εφαρμογής

Ο φορολογούμενος υπόκειται σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα επί ποσού που ισούται με την αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταφέρει, κατά τη στιγμή της εξόδου αυτών, μείον την αξία τους για φορολογικούς σκοπούς, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων από την έδρα του στην Ελλάδα στη μόνιμη εγκατάστασή του σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον η Ελλάδα παύει να έχει δικαίωμα φορολόγησης των μεταφερομένων περιουσιακών στοιχείων εξαιτίας της μεταφοράς,

 β) μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων από τη μόνιμη εγκατάστασή του στην Ελλάδα στην έδρα του ή σε άλλη μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον η Ελλάδα παύει να έχει δικαίωμα φορολόγησης των μεταφερομένων περιουσιακών στοιχείων εξαιτίας της μεταφοράς,

 γ) μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας του από την Ελλάδα σε άλλο κράτος-μέλος, ή σε τρίτη χώρα, εκτός από εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία παραμένουν ουσιωδώς συνδεδεμένα με μόνιμη εγκατάσταση στην ημεδαπή,

 δ) μεταφοράς της δραστηριότητας που ασκεί η μόνιμη εγκατάστασή του, από την Ελλάδα σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον η Ελλάδα παύει να έχει δικαίωμα φορολόγησης των μεταφερομένων περιουσιακών στοιχείων εξαιτίας της μεταφοράς.

 

Εξαιρέσεις

Δεν επιβάλλεται φόρος κατά την έξοδο, υπό την προϋπόθεση ότι τα περιουσιακά στοιχεία πρόκειται να επανέλθουν στην ημεδαπή εντός περιόδου δώδεκα (12) μηνών στις εξής περιπτώσεις:

  • για τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση τίτλων ή περιουσιακών στοιχείων που μεταφέρονται για την παροχή εμπράγματης ασφάλειας ή
  • όταν η μεταφορά περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιείται για την κάλυψη κεφαλαιακών απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας ή για σκοπούς της διαχείρισης ρευστότητας.

Στην περίπτωση αυτή υποβάλλεται μηδενική δήλωση και μπορεί να ζητηθεί από τη Φορολογική Διοίκηση η κατάθεση εγγυητικής επιστολής.

Ωστόσο, αν τα περιουσιακά στοιχεία δεν επανέλθουν στην ημεδαπή εντός της ως άνω περιόδου των δώδεκα (12) μηνών, υπολογίζεται τόκος εκπρόθεσμης καταβολής για το σύνολο του οφειλόμενου φόρου, από την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης.

 

Προσδιορισμός φορολογητέας βάσης – Υπολογισμός φόρου

Ο φόρος επιβάλλεται στην αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταφέρονται, κατά τη στιγμή της εξόδου, μείον την αξία τους για φορολογικούς σκοπούς.

Ο φόρος υπολογίζεται με τον εκάστοτε συντελεστή που ισχύει για τα εισοδήματα των  νομικών προσώπων κατά το φορολογικό έτος της εξόδου (επί του παρόντος με 22%).

Η εξακρίβωση της αγοραίας αξίας των μεταφερόμενων περιουσιακών στοιχείων από την Ελλάδα προς άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα διενεργείται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

  • Με τη σύνταξη έκθεσης αποτίμησης από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές ή ελεγκτική εταιρεία ή, κατά περίπτωση, από δύο ανεξάρτητους πιστοποιημένους εκτιμητές.
  • Με βάση την αξία των μεταφερόμενων περιουσιακών στοιχείων, όπως αυτή απεικονίζεται για λογιστικούς σκοπούς στα λογιστικά αρχεία του φορολογουμένου, εφόσον η επιμέτρηση των στοιχείων αυτών διενεργείται στην εύλογη αξία.
  • Με βάση την αξία των μεταφερόμενων περιουσιακών στοιχείων, όπως αυτή προσδιορίζεται για σκοπούς εφαρμογής του φακέλου τεκμηρίωσης στις περιπτώσεις ενδοομιλικών συναλλαγών, με βάση το άρθρο 21 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

 

Φορολογική δήλωση

Η δήλωση υποβάλλεται τρείς (3) εργάσιμες ημέρες πριν από την επέλευση των γεγονότων που συνιστούν μεταφορά περιουσιακών στοιχείων ή φορολογικής κατοικίας ή δραστηριότητας, όπως προσδιορίζονται ανωτέρω.

Η δήλωση φόρου κατά την έξοδο αποστέλλεται υποχρεωτικά ταχυδρομικά ή μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).

Η δήλωση συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από δικαιολογητικά προκειμένου για την εξακρίβωση της αγοραίας αξίας των μεταφερόμενων περιουσιακών στοιχείων και ειδικότερα:

α) έκθεση αποτίμησης, ή

β) τελευταίο αντίγραφο των βιβλίων της επιχείρησης (π.χ. ισοζύγιο, αναλυτικό καθολικό περιουσιακού στοιχείου κ.λπ.), από το οποίο να προκύπτει η αξία των μεταφερθέντων περιουσιακών στοιχείων για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η επιμέτρηση των στοιχείων διενεργείται στην εύλογη αξία, ή

 γ) τεκμηρίωση της αγοραίας αξίας, σύμφωνα με μια από τις αποδεκτές μεθόδους καθορισμού των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών με βάση τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 4174/2013. Ειδικότερα, αποστέλλεται μόνο η ανάλυση συγκρισιμότητας (TP comparability analysis), χωρίς να απαιτείται η αποστολή πλήρους φακέλου τεκμηρίωσης. Επισημαίνεται ότι η περίπτωση αυτή δύναται να εφαρμοστεί και από φορολογούμενους για τους οποίους δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 4174/2013.

Επιπλέον συνυποβάλλονται:

δ) οποιοδήποτε πρόσφορο στοιχείο με το οποίο παρακολουθείται η φορολογική βάση των παγίων περιουσιακών στοιχείων, από το οποίο να προκύπτει η αξία του μεταφερόμενου περιουσιακού στοιχείου για φορολογικούς σκοπούς, και

 ε) οι τελευταίες επίσημες οικονομικές καταστάσεις από τις οποίες να προκύπτει ο δείκτης κυκλοφορούντος ενεργητικού προς το σύνολο των υποχρεώσεων, και

 στ) η εγγυητική επιστολή, στις περιπτώσεις που απαιτείται.

 

Καταβολή φόρου

Ο φόρος καταβάλλεται εφάπαξ, με την υποβολή της δήλωσης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με την καταβολή του φόρου εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση από τον φόρο εισοδήματος του φορολογούμενου, των εταίρων, των μετόχων και των μελών για τα ποσά αυτά.

Κατ’ εξαίρεση, ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα να καταβάλει τον φόρο σε πέντε (5) ισόποσες ετήσιες άτοκες δόσεις,  στις εξής περιπτώσεις:

α) μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων από την έδρα του στην Ελλάδα στη μόνιμη εγκατάστασή του σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ),

β) μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων από τη μόνιμη εγκατάστασή του στην Ελλάδα στην έδρα του ή σε άλλη μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον ΕΟΧ,

γ) μεταφοράς της φορολογικής του κατοικίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον ΕΟΧ,

δ) μεταφοράς της δραστηριότητας που ασκεί η μόνιμη εγκατάστασή του από την Ελλάδα σε άλλο κράτος-μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον ΕΟΧ.

Ωστόσο, αίρεται η δυνατότητα καταβολής του φόρου σε δόσεις και ο μη καταβληθείς φόρος είναι απαιτητός εφάπαξ στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν τα μεταφερθέντα περιουσιακά στοιχεία ή η δραστηριότητα που ασκεί η μόνιμη εγκατάσταση του φορολογουμένου πωλούνται ή διατίθενται κατ` άλλον τρόπο,

β) όταν τα μεταφερθέντα περιουσιακά στοιχεία του φορολογούμενου μεταφέρονται ακολούθως σε τρίτη χώρα,

γ) όταν η φορολογική κατοικία ή η δραστηριότητα που ασκεί η μόνιμη εγκατάσταση του φορολογουμένου μεταφέρεται ακολούθως σε τρίτη χώρα,

δ) όταν ο φορολογούμενος πτωχεύει ή τίθεται υπό εκκαθάριση,

ε) όταν ο φορολογούμενος δεν καταβάλλει μια δόση εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της.

 

Υποχρέωση εγγυητικής επιστολής

Απαιτείται η κατάθεση εγγυητικής επιστολής από τον φορολογούμενο στις πιο κάτω περιπτώσεις:

 (α) Όταν υπάρχει αποδεδειγμένος και πραγματικός κίνδυνος απώλειας του φόρου που προσδιορίστηκε στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταβολή του φόρου γίνεται σε πέντε (5) ετήσιες δόσεις, δηλαδή όταν δείκτης κυκλοφορούντος ενεργητικού προς το σύνολο των υποχρεώσεων του νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας (Κυκλοφορούν Ενεργητικό/Υποχρεώσεις), όπως αυτά προκύπτουν από τις επίσημες οικονομικές καταστάσεις του τελευταίου φορολογικού έτους, είναι μικρότερος της μονάδας (1). Στην περίπτωση αυτή η εγγυητική επιστολή ισούται με 2 δόσεις και λήγει τρείς (3) μήνες και 2 εργάσιμες ημέρες μετά την καταληκτική ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης του φόρου που οφείλεται.

(β) Όταν τα περιουσιακά στοιχεία πρόκειται να επανέλθουν στην ημεδαπή εντός περιόδου δώδεκα (12) μηνών, προκειμένου για τον μη υπολογισμό του φόρου κατά την έξοδο, το ποσό της εγγυητικής επιστολής είναι ίσο με το συνολικό ποσό του φόρου που θα οφειλόταν με βάση τα ανωτέρω. Η απαλλαγή καθίσταται οριστική και η εγγύηση λήγει έξι (6) εργάσιμες ημέρες μετά την ημερομηνία που συμπληρώνονται δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία εξόδου του περιουσιακού στοιχείου, εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία επανήλθαν στην ημεδαπή.

 

Μεταφορές προς την Ελλάδα

Τέλος, σημειώνεται πως σε περίπτωση κατά την οποία η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων ή της φορολογικής κατοικίας ή της δραστηριότητας πραγματοποιείται προς την Ελλάδα, ως αξία εκκίνησης (τιμή κτήσης) των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων για φορολογικούς σκοπούς λαμβάνεται η αξία που έχει οριστεί από το κράτος μέλος του φορολογούμενου ή της μόνιμης εγκατάστασης, εκτός εάν αυτή δεν αντικατοπτρίζει την αγοραία αξία.

 

Έναρξη ισχύος

Οι διατάξεις του άρθρου 66Α εφαρμόζονται για μεταφορές περιουσιακών στοιχείων, φορολογικής κατοικίας ή δραστηριότητας από την Ελλάδα προς άλλο κράτος-μέλος ή τρίτη χώρα που πραγματοποιούνται από την 1.1.2020 και μετά.

*             Οι πληροφορίες είναι ακριβείς με βάση τα δεδομένα που είναι γνωστά στον συγγραφέα κατά τον χρόνο σύνταξης του άρθρου. Δεν  έχουμε υποχρέωση να επικαιροποιούμε τα αναρτημένα άρθρα. Η δικηγορική μας εταιρεία δεν αναλαμβάνει ευθύνη έναντι οποιουδήποτε τρίτου που δεν είναι πελάτης και δεν έχει υπογράψει τους όρους συνεργασίας μας.

error: Content is protected !!