a

Facebook

Twitter

Copyright 2017 Ι. Σκουζός & Συνεργάτες.
All Rights Reserved.

Χορήγηση και ανάκληση χορήγησης ελληνικής ιθαγένειας

Ιάσων Σκουζός & Συνεργάτες > Κλάδοι Δικαίου  > Δίκαιο Αλλοδαπών  > Χορήγηση και ανάκληση χορήγησης ελληνικής ιθαγένειας

Χορήγηση και ανάκληση χορήγησης ελληνικής ιθαγένειας

Κατ’ αρχάς, η υποβολή πλαστού εγγράφου στις αρχές για τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας (την πλαστότητα του οποίου βεβαιώνει η αλλοδαπή αρχή που το εξέδωσε ή το έλαβε υπ΄ όψιν), μπορεί ενδεχομένως να οδηγήσει σε ανάκληση της απόφασης χορήγησης ιθαγένειας μόνο στην περίπτωση που η απόφαση βασίστηκε σε στοιχείο που αναφέρεται σε αυτό το έγγραφο. Αν το στοιχείο δεν είναι καθοριστικό για τη χορήγηση της ιθαγένειας, η πλαστότητα δεν οδηγεί στην ανάκληση.
Σε γενικές γραμμές, ο τόπος γέννησης του αιτούντος δεν είναι καθοριστικός για την κτήση της ιθαγένειας, όπως προκύπτει από την ακόλουθη αναφορά στους τρόπους κτήσης ελληνικής ιθαγένειας.

Πιθανοί τρόποι να έχει αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια ενήλικος αλλοδαπός (π.χ. Ρώσος υπήκοος), είναι κυρίως οι παρακάτω:

Α) Με τιμητική πολιτογράφηση (με Προεδρικό Διάταγμα), επειδή προσέφερε στην Ελλάδα εξαιρετικές υπηρεσίες ή μπορεί να εξυπηρετήσει εξαιρετικό συμφέρον της χώρας (αφορά σε αθλητές, σε ανθρώπους που διακρίνονται σε κάποια κρίσιμη στιγμή, σε καλλιτέχνες, ή σε διάφορες άλλες περιπτώσεις).

Β) Με πολιτογράφηση (naturalization), υπό την προϋπόθεση ότι ο αλλοδαπός έχει ήδη ζήσει στην Ελλάδα αρκετά χρόνια (συνήθως τουλάχιστον 7 χρόνια), μιλά πολύ καλά ελληνικά και είναι απολύτως ενσωματωμένος στην ελληνική κοινωνία (αυτό απαιτεί να προσκομίσει έγγραφα που αποδεικνύουν ότι ζει πολλά χρόνια στην Ελλάδα, να εξεταστεί από ειδική επιτροπή για τη γλώσσα και την ιστορία κλπ).

Γ) Με καθορισμό ή αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας κάποιου προγόνου του (γονέα ή παππού ή γιαγιάς ή και απώτερου) :
είτε 1) βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης (1923) (συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της Τουρκίας) ή της Συμφωνίας της Άγκυρας (1930) (συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας). Σύμφωνα με τις συνθήκες αυτές, υπάρχουν πληθυσμοί που θεωρούνται ότι έχουν ελληνική ιθαγένεια (ασχέτως σε ποια χώρα κατοικούν). Έτσι αν ένας πρόγονος (παππούς, γιαγιά ή και ακόμα προγενέστερος) αποδεικνύεται (με οποιοδήποτε έγγραφο) ότι σύμφωνα με τις Συνθήκες αυτές έχει ελληνική ιθαγένεια, και επειδή σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία τα παιδιά από πατέρα Έλληνα ή μητέρα Ελληνίδα είναι Έλληνες, τότε στα παιδιά του αναγνωρίζουν αυτομάτως την ελληνική ιθαγένεια, και στη συνέχεια αυτό συμβαίνει και στην επόμενη γενιά. Δηλαδή αν κάποιος αποδείξει (με οποιοδήποτε έγγραφο) ότι πχ ο παππούς ή η γιαγιά του ήταν ελληνικής ιθαγένειας βάσει των παραπάνω Συνθηκών, τότε προσκομίζει και τα πιστοποιητικά που αποδεικνύουν τη συγγένεια, εγγράφεται ο άμεσος πρόγονος (πατέρας ή μητέρα) σε ελληνικό δήμο, και μετά αποκτά και ο ίδιος την ελληνική ιθαγένεια.
είτε 2) εάν ένας πρόγονος είχε ελληνική υπηκοότητα (πχ ήταν γραμμένος σε ελληνικό δημοτολόγιο, ή είχε και ελληνικό διαβατήριο ή είχε μόνο διαβατήριο Ελληνικού Προξενείου κλπ). Και στην περίπτωση αυτή ο αλλοδαπός προσκομίζει το έγγραφο που αποδεικνύει την ελληνική υπηκοότητα του άμεσου ή απώτερου προγόνου του, καθώς και τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συγγένεια.

Δ) Με πολιτογράφηση, ως Έλληνας ομογενής, υπήκοος πρώην ΕΣΣΔ (Νόμος 2790/2000 ή άρθρα 15 & 35 Νόμου 3284/2004)

Ομογενής, κατά το ελληνικό δίκαιο, είναι ο αλλοδαπός (πρόσωπο που δεν έχει ελληνική υπηκοότητα) που συνδέεται όμως με το ελληνικό έθνος (ethnos – Greek ethnicity) με κοινή συνήθως γλώσσα και θρησκεία, κοινές παραδόσεις και κοινή ελληνική εθνική συνείδηση (ethnic consciousness). (Συνήθως ομογενής θεωρείται ο έστω και απώτερης ελληνικής καταγωγής αλλοδαπός, που έχει όμως σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό, είτε της χώρας μας είτε όπως αυτός διαμορφώθηκε στον τόπο που ζούσε).
Επειδή στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ ζούσαν, για διάφορους ιστορικούς λόγους, αρκετοί πληθυσμοί ελληνικής καταγωγής και διαφορετικής μεταξύ τους προέλευσης, όπως πχ οι αποκαλούμενοι «Πόντιοι» (Pontian Greek minority) και άλλοι, και επειδή πολλοί από αυτούς μετά το 1990 άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα, θέλοντας η χώρα να διευκολύνει την είσοδό τους και την ενσωμάτωσή τους δημιούργησε ειδικό νομικό καθεστώς (Νόμος 2790/2000) με ευνοϊκές διατάξεις. Το 2004 η απόδοση ιθαγένειας στους ομογενείς υπηκόους της πρώην ΕΣΣΔ εντάχθηκε στον Νόμο 3284/2004 (Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας), με αντίστοιχες προβλέψεις.

Στην περίπτωση αυτή ο αλλοδαπός α) προσκομίζει στις ελληνικές αρχές (στην Ελλάδα ή στο αντίστοιχο Ελληνικό Προξενείο του τόπου κατοικίας του) ένα ή περισσότερα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι είναι ομογενής, δηλαδή έγγραφα που αφορούν όχι απαραίτητα τον ίδιο αλλά ίσως έναν από τους γονείς του ή παππού ή γιαγιά, ή προπάππου κλπ, όπως πχ κάποιο εσωτερικό διαβατήριο που αναφέρει «Greek ethnicity» ή κάποιο Certificate of ethnicity» ή άλλο έγγραφο σοβιετικής αρχής με αναφορά στην εθνικότητα, κλπ. και μετά έγγραφα που αποδεικνύουν τη συγγένειά του με αυτό το άτομο, και β) παρουσιάζεται ενώπιον μιας επιτροπής η οποία του θέτει ερωτήσεις για να διαπιστώσει αν και κατά πόσο μιλά ελληνικά ή την ποντιακή διάλεκτο κλπ, αν έχει γνώσεις ελληνικής ιστορίας & πολιτισμού, γνώσεις για την ιστορική διαδρομή των προγόνων του και διάφορα άλλα.

Για να λάβει δε την ελληνική ιθαγένεια θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι ομογενής στην καταγωγή και ότι έχει ελληνική εθνική συνείδηση (έχει σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό, είτε της χώρας μας είτε όπως αυτός διαμορφώθηκε στον τόπο που ζούσε). Για την απόφαση συνεκτιμώνται και τα έγγραφα και η συνέντευξη.

Παραδείγματα (όσον αφορά στην κατηγορία Γ ή στην κατηγορία Δ).
Αν ο ενήλικος αλλοδαπός ανήκει στην Γ, τότε, και στις 2 περιπτώσεις αυτής της κατηγορίας, θα πρέπει να είχε προσκομίσει κάτι πλαστό από οποίο είτε προκύπτει η ελληνική ιθαγένεια του προγόνου είτε να αποδεικνύεται η συγγενική σχέση με τον αιτούμενο την ελληνική υπηκοότητα.
Αν ανήκει στην Δ, τότε, θα μπορούσε να ανακληθεί η ιθαγένειά του εάν ένα έγγραφο στο οποίο ΒΑΣΙΣΤΗΚΕ η απόφαση, δηλαδή η κρίση για την ιδιότητα του αλλοδαπού ως ομογενή που έχει ελληνική συνείδηση ήταν πλαστό.

Ο χρόνος που απαιτείτο από την αίτηση πολιτογράφησης μέχρι την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας ήταν κατά μέσο όρο από 7 έως 15 χρόνια.
Διαδικασία ανάκλησης – χρόνος

Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, δεν προβλέπεται διαδικασία όπου τρίτο πρόσωπο γνωστοποιεί στις αρχές την πλαστότητα των υποβληθέντων εγγράφων. Αν η πλαστότητα έρθει εις γνώσι των αρχών, και αποδεικνύεται από αλλοδαπή αρχή, τότε η Διοίκηση από μόνη της ανακαλεί τη χορήγηση της υπηκοότητας, χωρίς να προβλέπεται για αυτό ειδικό χρονικό πλαίσιο, δηλαδή μπορεί να το κάνει ακόμα και μετά από 15 χρόνια από την πράξη που ανακαλεί. Επίσης, δεν υπάρχει χρονικό πλαίσιο ως προς το πόσο θα διαρκέσει η διαδικασία μέχρι να εκδώσει την πράξη ανάκλησης. Τέλος, κατά απόφασης που ανακαλεί τη χορήγηση υπηκοότητας, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να προσφύγει στο ακυρωτικό δικαστήριο.

Ειδικότερα:
Ανάκληση είναι η μερική ή ολική άρση της ισχύος διοικητικής πράξης, για το μέλλον ή αναδρομικώς με την έκδοση άλλης νεότερης. Η ανάκληση επέρχεται για λόγους που ανάγονται στην ανακαλούμενη πράξη. Η ανάκληση ατομικών διοικητικών πράξεων, όπως της διαπιστωτικής της ελληνικής ιθαγένειας ατομικής διοικητικής πράξης, θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, «αρμόδιο για την ανάκληση ατομικής διοικητικής πράξης όργανο είναι εκείνο που την εξέδωσε ή που είναι αρμόδιο για την έκδοσή της», ενώ «για την ανάκληση δεν είναι απαραίτητο να τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται για την έκδοση της πράξης, εκτός αν ανακαλείται πράξη νόμιμη ή πράξη παράνομη ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών».

Δύο βασικές συνταγματικές αρχές διέπουν, γενικά, την ανάκληση των ατομικών διοικητικών πράξεων: α) η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (η οποία απαιτεί τη διατήρηση σε ισχύ ευμενούς για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξης) και β) η αρχή της νομιμότητας, η οποία επιβάλλει την απουσία κάθε παράνομης διοικητικής πράξης από την έννομη τάξη (δηλαδή την ανάκλησή της). Παράλληλα, τονίζεται ότι η αρχή της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος επιτελεί καθοριστική λειτουργία κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης σχετικά με την ανάκληση των πράξεων της, η οποία μπορεί να επιτάσσει άλλοτε τη διατήρηση και άλλοτε την ανάκλησή τους. Το έργο της στάθμισης μεταξύ των προαναφερόμενων αρχών, φέρει εις πέρας αρχικά η διοίκηση και στη συνέχεια το δικαστήριο.

Περαιτέρω, οι ατομικές διοικητικές πράξεις χωρίζονται α) στις παράνομες, ευμενείς και δυσμενείς και β) στις νόμιμες, ευμενείς και δυσμενείς. Το μόνο άρθρο του αναγκαστικού νόμου (α.ν.) 261/1968 διαγράφει το πλαίσιο ανάκλησης των παράνομων ατομικών διοικητικών πράξεων (κατηγορία α). Παράνομες είναι οι διοικητικές πράξεις που η έκδοση ή το περιεχόμενό τους παραβαίνει κανόνες δικαίου ή που εκδίδονται κατόπιν πλάνης περί τα πράγματα (δηλαδή κατόπιν εσφαλμένης αντίληψης του διοικητικού οργάνου ότι συντρέχουν οι εκ του νόμου προβλεπόμενες πραγματικές προϋποθέσεις έκδοσης της πράξης).

Σύμφωνα με τον α.ν. 261/1968 και την αρχή της νομιμότητας, η ανάκληση των παράνομων ατομικών διοικητικών πράξεων γίνεται ελεύθερα από τη διοίκηση (ΣτΕ 4026/2008), ανεξάρτητα από το εάν από τις πράξεις αυτές έχουν απορρεύσει δικαιώματα των διοικουμένων (οπότε και πρόκειται για ευμενείς διοικητικές πράξεις), εφόσον πραγματοποιηθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την έκδοση της πράξης και άρα από την απόκτηση των δικαιωμάτων από πλευράς διοικουμένων. Συγκεκριμένα, ο α.ν. 261/1968 ορίζει ότι: «Ατομικές διοικητικές πράξεις, εκδοθείσες κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε δια το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου». Στο δεύτερο εδάφιο, σχετικά με τον εύλογο χρόνο ανάκλησης ορίζεται ότι: «Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως οριζουσών, διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, χρόνος, ήσσων της 5ετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα άνω ανακλητέων πράξεων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να θεωρηθεί ως μη εύλογος προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε δικαιώματος»

Σύμφωνα με τον α.ν. 261/2018 (δεύτερο εδάφιο) και τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, ο κανόνας που εφαρμόζεται όσον αφορά στην ανάκληση των παράνομων διοικητικών πράξεων, επιτρέπει την ανάκληση αυτών εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, που προσδιορίζεται στην πενταετία. Έτσι λοιπόν, έχει κριθεί ότι η Διοίκηση δεν κωλύεται να ανακαλέσει παράνομη πράξη εντός πενταετίας από την έκδοσή της, από την ύπαρξη καλής πίστης του διοικουμένου, υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η εν λόγω πράξη και ανάγκης προστασίας της δημιουργηθείσας σ’ αυτόν εμπιστοσύνης, ή για τον λόγο ότι η βλάβη που επέρχεται σ’ αυτόν από την ανάκληση είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερη από το όφελος για το δημόσιο συμφέρον, ούτε υποχρεούται να συνεκτιμήσει τα στοιχεία αυτά πριν αποφασίσει αν θα ανακαλέσει ή όχι την πράξη (ΣτΕ 2814/2011, 1501/2008). Προϋπόθεση για την εφαρμογή του σχετικού χρονικού περιορισμού είναι ο διοικούμενος, υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη, να μην «παρέσυρε» το διοικητικό όργανο στην έκδοσή της με απατηλές ενέργειες. Και αντίστροφα: ο χρονικός περιορισμός του ανακλητού των παράνομων ευμενών πράξεων δεν ισχύει όταν το διοικητικό όργανο παρασύρθηκε στην έκδοση της πράξης από απατηλή ενέργεια του διοικουμένου που επωφελείται από την πράξη. Επίσης, ο χρονικός περιορισμός του ανακλητού των παράνομων διοικητικών πράξεων, παύει να ισχύει όταν υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την ανάκληση της πράξης. Η πράξη χορήγησης της ιθαγένειας, για παράδειγμα, άπτεται ζητήματος ιδιαίτερα σημαντικού για το δημόσιο συμφέρον. Τέλος, επισημαίνεται ότι ο χρονικός περιορισμός της πενταετίας, αποτελεί το ελάχιστο και όχι το μέγιστο όριο του ευλόγου χρόνου ανάκλησης των παράνομων ευμενών διοικητικών πράξεων.

Περιπτωσιολογία – αποφάσεις Ελληνικών Δικαστηρίων βάσει των οποίων απορρίφθηκαν αιτήσεις περί ακύρωσης αποφάσεων ανάκλησης πράξης χορήγησης ελληνικής ιθαγένειας.

1) 2616/2012 Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ): δεν επιτρέπεται η ανάκληση διοικητικής πράξης μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου, εκτός αν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή δόλια ενέργεια του διοικουμένου. Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση ανακλήθηκε πράξη που άπτεται ζητήματος εξόχως σημαντικού για το δημόσιο συμφέρον, όπως είναι η ιθαγένεια, της οποίας η νόμιμη απόκτηση έχει σοβαρές επιπτώσεις για το Κράτος και την λειτουργία του πολιτεύματος, δεδομένου ότι αυτή καθορίζει την σύνθεση του Λαού ως στοιχείου του Κράτους και ως οργάνου αυτού (εκλογικό σώμα). Στην επίμαχη δε ανάκληση η Διοίκηση προχώρησε αμελλητί, ευθύς μόλις διεπίστωσε ότι στοιχεία που αφορούν την ταυτότητα και την προσωπική κατάσταση των αιτούντων και προσκομίσθηκαν από τους ίδιους, προς απόδειξη της, κρίσιμης για τη διαπίστωση της ελληνικής ιθαγένειάς τους, ιδιότητάς τους ως «παλιννοστούντων ομογενών», ήταν πλαστά. Ο χρόνος των δεκαπέντε ετών που μεσολάβησε έως την έκδοση της προσβαλλόμενης ανακλητικής πράξεως, δεν υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, διότι οι αιτούντες προσκόμισαν πλαστά δικαιολογητικά προς απόδειξη της ελληνικής ιθαγένειάς τους, ζήτημα που αφορά το δημόσιο συμφέρον.

2) 2571/2013 Διοικητικό Εφετείο Αθηνών: Διαπίστωση από την αρμόδια εκκλησιαστική αρχή της μη γνησιότητας των πιστοποιητικών θρησκευτικού γάμου του παππού και του πατέρα των αιτούντων, τα οποία υποβλήθηκαν με την αίτηση καθορισμού ιθαγένειας. Η διαπίστωση της συνδρομής του συγγενικού πατρικού δεσμού και, εντεύθεν, η εκ πατρός ελληνική καταγωγή συναρτάται με την τέλεση έγκυρου γάμου. Η έλλειψη της προϋποθέσεως αυτής δικαιολογεί, εξ αντικειμένου, την εντός ευλόγου χρόνου ανάκληση της αποφάσεως περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας που εκδόθηκε χωρίς να αποδεικνύεται προσηκόντως η παραπάνω προϋπόθεση, χωρίς να απαιτείται η διαπίστωση της συνδρομής λόγων δημοσίου συμφέροντος ή υπαιτιότητας του ενδιαφερόμενου. Εξ άλλου, κατά τις γενικές αρχές περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, οι παράνομες διοικητικές πράξεις μπορεί να ανακαλούνται εντός ευλόγου χρόνου, ο οποίος κρίνεται, εκάστοτε, αναλόγως των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και ο οποίος πάντως, ελλείψει αντίθετης ρητής διατάξεως, δεν μπορεί να είναι λιγότερος των πέντε ετών από την έκδοση της ανακαλούμενης πράξεως, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του αν.ν. 261/1968. Δεν απαιτείται δε στην περίπτωση αυτή η επίκληση λόγου δημοσίου συμφέροντος ούτε η Διοίκηση υποχρεούται να συνεκτιμήσει την ύπαρξη καλής πίστεως του διοικουμένου, υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η εν λόγω πράξη, την ανάγκη προστασίας της δημιουργηθείσης σ’ αυτόν εμπιστοσύνης ή το γεγονός ότι η βλάβη που επέρχεται σ’ αυτόν από την ανάκληση είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερη από το όφελος για το δημόσιο συμφέρον.

3) 2517/2013 Διοικητικό Εφετείο Αθηνών: με την προσβαλλόμενη απόφαση ανακλήθηκε πράξη που άπτεται ζητήματος ιδιαιτέρως σημαντικού για το δημόσιο συμφέρον, όπως είναι η ιθαγένεια, αναγομένου και στη συγκρότηση του εκλογικού σώματος και στην άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Η επίμαχη ανάκληση ερείδεται στη διαπίστωση της Διοίκησης ότι ήταν πλαστά τα πιστοποιητικά γέννησης (και ως προς την εκδούσα αρχή και ως προς την εθνική καταγωγή των γονέων τους) τα οποία είχαν υποβάλει με την αίτηση οι αιτούντες προς απόδειξη της κρίσιμης, κατά το άρθρο 7 του ν. 2130/1993, ιδιότητας του παλιννοστούντος ομογενούς προς διαπίστωση της ελληνικής ιθαγένειάς τους. Η πλαστότητα των δικαιολογητικών αυτών έχει ως συνέπεια ότι δεν αποδείχθηκε κατά κανένα τρόπο η ιδιότητα, την οποία οι αιτούντες επικαλέσθηκαν για την αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας, δηλαδή η ιδιότητα του ομογενούς. Δεν μπορεί δε να επικαλείται την πεποίθηση στην σταθερότητα και την ασφάλεια των διοικητικών καταστάσεων εντός της έννομης τάξης κράτους εκείνος, ο οποίος αποκτά με τον ως άνω τρόπο τη νομική δυνατότητα να την επικαλείται. Στην ανακλητική πράξη, μάλιστα, γίνεται επίκληση εγγράφων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας (Κλάδος Ασφάλειας και Τάξης- Διεύθυνση Αλλοδαπών-2ο τμήμα Ομογενών Ιθαγένειας) και του συνημμένου σ’ αυτά σήματος του 4ου Τμήματος Διεθνών Οργανισμών INTERPOL (ΑΕΑ / Κλάδος Ασφάλειας και Τάξης /Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας).

4) 840/2015 Διοικητικό Εφετείο Αθηνών: Νόμιμη η προσβαλλομένη πράξη ανάκλησης της διαπιστωτικής της ελληνικής ιθαγένειας της αιτούσας πράξης της Νομαρχίας, ως εκδοθείσα βάσει πλαστών δικαιολογητικών, η οποία στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι, όπως βεβαιώνεται από την Πρεσβεία της Ελλάδας στη Μόσχα, που φέρεται ότι εξέδωσε την προξενική θεώρηση παλιννόστησης, την οποία είχε χρησιμοποιήσει η αιτούσα προκειμένου να εκδοθεί η διαπιστωτική της ιθαγένειάς της πράξη, η εν λόγω θεώρηση παλιννόστησης ήταν πλαστή. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι έστω και ένα από τα υποβληθέντα δικαιολογητικά είναι πλαστό ή παραποιημένο, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου, η Διοίκηση δικαιούται να απορρίψει το αίτημα, με την αιτιολογία ότι δεν απεδείχθη η κρίσιμη ιδιότητα του παλιννοστούντος ομογενούς. Σε περίπτωση δε που έχει ήδη εκδοθεί πράξη διαπιστώσεως της ιθαγενείας, η Διοίκηση δικαιούται να επανέλθει και, βασιζόμενη στο αντικειμενικό δεδομένο της πλαστότητος ή παραποιήσεως ενός ή περισσοτέρων δικαιολογητικών, να την ανακαλέσει με την ίδια αιτιολογία.

5) 58/2011 ΣτΕ: Ομογενείς από την πρώην ΕΣΣΔ και ανάκληση της πράξης διαπίστωσης της ελληνικής ιθαγένειας αυτών, διότι στηρίχθηκε σε παραποιημένα δικαιολογητικά. Τα εν λόγω δικαιολογητικά, κρίσιμα για τη διαπίστωση της ταυτότητας και της εθνικής καταγωγής των αιτούντων, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι ειδικές προξενικές θεωρήσεις «παλιννοστούντων ομογενών» και η νομαρχιακή απόφαση περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας αυτών, ήταν παραποιημένα σύμφωνα με τα διαπιστωθέντα από το αρμόδιο για τον έλεγχο της γνησιότητας των προσκομισθέντων πιστοποιητικών και τη χορήγηση των εν λόγω ειδικών θεωρήσεων, Προξενείο της Ελλάδας στο Νοβοροσσίσκ. Κρίθηκε ότι δεν απαιτείται η συνδρομή λόγων δημοσίου συμφέροντος ή υπαιτιότητας του ενδιαφερόμενου, όταν ελλείπει η ιδιότητά του ως «παλιννοστούντος ομογενούς». Δεν απαιτείται προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου προς ακρόαση, ενόψει του ότι η έκδοση της ανακλητικής πράξης δεν στηρίχθηκε σε υποκειμενική συμπεριφορά των αιτούντων, αλλά σε αντικειμενικά στοιχεία (αναγόμενα στην εγκυρότητα των δικαιολογητικών).

6) 2566/2002 ΣτΕ: Ανάκληση διοικητικής πράξης σε χρόνο εύλογο, ήτοι μικρότερο της πενταετίας. Δεν απαγορεύεται όμως η ανάκληση της πράξης και μετά την πενταετία, οπότε τα δικαστήρια θα κρίνουν εάν υπάρχει υπέρβαση του ευλόγου χρόνου. Τα επτά χρόνια κρίνονται εύλογος χρόνος για την ανάκληση μιας πράξης που αφορά την ιθαγένεια όταν χρησιμοποιήθηκαν πλαστά στοιχεία, ήτοι θεωρήσεων παλιννόστησης. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη ανακλητική πράξη εκδόθηκε με την αιτιολογία ότι κατόπιν ερεύνης διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν εκδοθεί από την αρμόδια Προξενική Αρχή οι θεωρήσεις παλιννοστήσεως.

7) 196/2015 Διοικητικό Εφετείο Αθηνών: Ανάκληση αποφάσεων περί καθορισμού ιθαγενείας του συζύγου της αιτούσας, των υιών της και της ίδιας. Νομίμως η Προϊσταμένη της Διευθύνσεως Αστικής Κατάστασης της Περιφέρειας προέβη στην επίδικη ανάκληση, η οποία νομίμως στηρίχθηκε στο αντικειμενικό γεγονός της ανακλήσεως της διαπιστωτικής της ελληνικής ιθαγένειας του συζύγου της αιτούσας, πράξεως, ως παράνομης. Δεν υπείχε η Διοίκηση υποχρέωση προηγούμενης ακροάσεως της αιτούσας, αφού η ανάκληση της διαπιστωτικής της ιθαγένειάς της πράξεως στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και όχι σε υποκειμενική συμπεριφορά αυτής. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας της αιτούσας (1994) και της εκδόσεως της ανακλητικής πράξεως (2009) κρίνεται ότι δεν υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, εντός του οποίου ήταν δυνατή η ανάκληση.

8) 1552/2011 ΣτΕ: Δικαιολογητικά κρίσιμα για τη διαπίστωση της ταυτότητας και της εθνικής καταγωγής των αιτούντων, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι ειδικές προξενικές θεωρήσεις «παλιννοστούντων ομογενών» και, περαιτέρω, η νομαρχιακή απόφαση περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας αυτών, ήταν παραποιημένα, σύμφωνα με τα διαπιστωθέντα από το αρμόδιο για τον έλεγχο της γνησιότητας των προσκομισθέντων πιστοποιητικών και τη χορήγηση των εν λόγω ειδικών θεωρήσεων Προξενείο της Ελλάδας στο Νοβοροσσίσκ. Δεν απεδεικνύετο, συνεπώς, ως συντρέχουσα, κατά τον χρόνο της έκδοσης της ως άνω νομαρχιακής πράξης, η, κατά το άρθρο 7 του ν. 2130/1993, κρίσιμη για την έκδοσή της ιδιότητα των αιτούντων ως παλιννοστούντων ομογενών, και, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη ανακλητική απόφαση που στηρίζεται στη διαπίστωση της έλλειψης της ιδιότητας αυτής είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Δεν απαιτείται δε για την ανάκληση η επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος ούτε η διαπίστωση υπαιτιότητας ή επίμεμπτης συμπεριφοράς των αιτούντων κατά την έκδοση της ανακαλούμενης πράξεως. Επίσης, σχετική διαπίστωση ως προς την πλημμέλεια των προσκομισθέντων δικαιολογητικών, έλαβε χώρα μετά από επανεξέταση αυτών και έρευνα του αρμόδιου Γενικού Προξενείου στο Νοβοροσσίσκ.

9) 2527/2013 Διοικητικό Εφετείο Αθηνών: Έκδοση διαπίστωσης ελληνικής ιθαγένειας παλιννοστούντων ομογενών. Ανάκληση ιθαγένειας, καθόσον προέκυψε πλαστότητα της προξενικής θεώρησης παλιννόστησης, την οποία ο αιτών είχε χρησιμοποιήσει προκειμένου να εκδοθεί η διαπιστωτική αυτής. Δεν απαιτείται για την ανάκληση η διαπίστωση υπαιτιότητας ή επίμεμπτης συμπεριφοράς κατά την έκδοση της ανακαλούμενης πράξης. Συνεπεία της ως άνω νόμιμης ανάκλησης, νομίμως διατάχθηκε και η διαγραφή της ιθαγένειας της δεύτερης αιτούσας, θυγατέρας του αιτούντος. Νομίμως έλαβε χώρα η ως άνω ανάκληση μετά την πάροδο δέκα τεσσάρων ετών και τριών μηνών περίπου από την έκδοσή της, καθόσον συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος συναπτόμενος άμεσα με τη, συνεπεία της διαπιστωθείσας ως άνω πλαστότητας, μη απόδειξη της ελληνικής ιθαγένειας και, ως εκ τούτου, καθίσταται επιτρεπτή η ανάκληση της διαπιστωτικής της ιθαγένειας πράξης, ανεξαρτήτως του χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει.