a

Facebook

Twitter

Copyright 2020 Ι. Σκουζός & Συνεργάτες.
All Rights Reserved.

Κατάσχεση εις χείρας τράπεζας

Κατάσχεση εις χείρας τράπεζας

Κατάσχεση εις χείρας τράπεζας

Η κατάσχεση χρημάτων του οφειλέτη που υπάρχουν σε τραπεζικό λογαριασμό είναι συνήθης διαδικασία για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και των διαταγών πληρωμής και γίνεται κατά τις διατάξεις του τέταρτου κεφαλαίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας «κατάσχεση στα χέρια τρίτου».

Προϋπόθεση για να επιτευχθεί η κατάσχεση είναι ο λογαριασμός του οφειλέτη να μην είναι λογαριασμός μισθοδοσίας, σύνταξης ή καταβολής νόμιμης διατροφής (βλ. 129/2004 Μον.Πρ. Ροδ). Μοναδική εξαίρεση όπου η κατάσχεση σε λογαριασμό μισθοδοσίας είναι εφικτή υπάρχει όταν ο αιτών έχει απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στον νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση ως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη οι ειδικές περιστάσεις (ΚΠολΔ 982, 2112/2009 Μον.Πρ. Πατρ.). Από την άλλη, αν στο λογαριασμό υπάρχουν ποσά που ο εργοδότης προορίζει για μισθοδοσία άλλων τότε δεν κωλύεται η κατάσχεση (758/2010 Μον.Πρ. Θηβ.).

Πριν ο δανειστής αρχίσει τη διαδικασία της κατάσχεσης είναι σκόπιμο να γίνεται έλεγχος της κατάστασης του οφειλέτη. Π.χ. αν ο οφειλέτης έχει εισέλθει σε κάποια πτωχευτική διαδικασία,, ίσως έχουν ανασταλεί ή ματαιωθεί οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης. Σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει δυνατότητα ο δανειστής  να συμμετάσχει στην πτωχευτική διαδικασία κατά τον ν.3588/2007 όπως ισχύει.

Η διαδικασία της κατάσχεσης είναι η εξής:

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος συντάσσει κατασχετήριο, βάσει της απόφασης ή της διαταγής πληρωμής, και δίνει εντολή για επίδοση του και στον οφειλέτη και στην τράπεζα. Δεν είναι απαραίτητο ο αιτών να γνωρίζει ότι υπάρχει λογαριασμός στη συγκεκριμένη τράπεζα για να επιδώσει κατασχετήριο, είναι εξάλλου σύνηθες όταν κάποιος δεν γνωρίζει σε ποια τράπεζα υπάρχει λογαριασμός να επιδίδει σε όσες πιθανολογεί βάσει των συναλλαγών του οφειλέτη, ή ακόμα απλώς να επιδίδει στις πιο γνωστές τράπεζες. Σε κάθε περίπτωση ο οι λεπτομέρειες του τρόπου χειρισμού μιας  υπόθεσης εξαρτώνται από τα ειδικά της στοιχεία. Επιπλέον, δεν είναι απαραίτητο ο αιτών να επιδώσει το κατασχετήριο στο συγκεκριμένο υποκατάστημα που τηρείται ο τραπεζικός λογαριασμός, αλλά μπορεί να επιδώσει στην έδρα κάθε τραπεζικής εταιρείας.

Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες αφότου της επιδοθεί το κατασχετήριο, η τράπεζα οφείλει να δηλώσει στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας της εάν στον λογαριασμό του οφειλέτη υπάρχει το ποσό που αφορά η κατασχόντος, και εάν υπάρχει κάποιο ποσό, οφείλει να το δεσμεύσει υπέρ του κατασχέτη. Εάν η τράπεζα δεν κάνει δήλωση θεωρείται εκ του νόμου ότι έχει κάνει αρνητική δήλωση.

Σε περίπτωση όμως, που η τράπεζα δεν κάνει δήλωση αλλά ο αιτών γνωρίζει ότι κατά το χρόνο της επίδοσης του κατασχετηρίου υπήρχαν χρήματα σε λογαριασμό του οφειλέτη, τότε μπορεί να κάνει ανακοπή κατά της μη δήλωσής της τράπεζας (ή της τυχόν αρνητικής δήλωσης) και να διεκδικήσει το ποσό με τον νόμιμο τόκο (2674/2008 Εφ. Αθ, 6615/1978 Πολ.Πρ. Αθ.)

Στη συνέχεια, ο πληρεξούσιος δικηγόρος ετοιμάζει φάκελο με όλα τα αποδεικτικά έγγραφα και, αν υπάρχει εντολή για την ανάληψη των χρημάτων από τον δικηγόρο, μια σχετική  εξουσιοδότηση. Τα έγγραφα αυτά είτε τα καταθέτει στην κεντρική νομική υπηρεσία της τράπεζας, είτε τα καταθέτει σε κάποιο υποκατάστημα, το οποίο με τη σειρά του τα προωθεί στην κεντρική νομική υπηρεσία – ανάλογα με την πρακτική κάθε τράπεζας και έπειτα από σχετική συνεννόηση. Η νομική υπηρεσία της τράπεζας ύστερα από έλεγχο ενημερώνει σχετικά με την ημέρα και τον τόπο ανάληψης των κατασχεθέντων χρημάτων και, κατά τις οδηγίες της τράπεζας, ο αιτών ή ο εξουσιοδοτούμενος αναλαμβάνει το ποσό.