a

Facebook

Twitter

Copyright 2020 Ι. Σκουζός & Συνεργάτες.
All Rights Reserved.

Έννοια και λειτουργία του κοινού τραπεζικού λογαριασμού κατά το Ελληνικό δίκαιο

Ιάσων Σκουζός & Συνεργάτες > Κλάδοι Δικαίου  > Φορολογικό Δίκαιο  > Έννοια και λειτουργία του κοινού τραπεζικού λογαριασμού κατά το Ελληνικό δίκαιο

Έννοια και λειτουργία του κοινού τραπεζικού λογαριασμού κατά το Ελληνικό δίκαιο

Έννοια και λειτουργία του κοινού τραπεζικού λογαριασμού κατά το Ελληνικό δίκαιο

Ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός στο ελληνικό δίκαιο διέπεται από τις διατάξεις του Ν.5638/1932, όπως τροποποιηθείς και συμπληρωθείς ισχύει.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του άνω νόμου, χρηματική κατάθεση σε Τράπεζα σε ανοικτό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσοτέρων από κοινού (Compte joint, joint account) είναι η κατάθεση που περιέχει τον όρο ότι δύναται να κάνει χρήση του λογαριασμού αυτού εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας δικαιούχος είτε κάποιοι από αυτούς.

Στην πράξη, ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός διακρίνεται σε κοινό διαζευκτικό, που απαντάται σχεδόν αποκλειστικά και σε κοινό συμπλεκτικό, που ονομάζεται και αδιαίρετος ή ενωμένος (άρθρο 111 Ν.Δ 118/1973). Η ειδοποιός διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι στον κοινό διαζευκτικό λογαριασμό κάθε δικαιούχος μπορεί να κινεί το λογαριασμό χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων, ενώ στον αδιαίρετο κοινό λογαριασμό απαιτείται η σύμπραξη όλων των δικαιούχων για κάθε κίνηση, συνιστάμενης με αυτό τον τρόπο κοινωνίας δικαιώματος , ήτοι γεννάται ενεργητική αδιαίρετη ενοχή κατ’ άρθρο 495 ΑΚ.

Από το συνδυασμό των άρθρων 1 και 2 Ν.5638/1932 και 2 παρ.1 Ν.Δ 17-07/13.08.1923, καθώς και 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ προκύπτει ότι ανεξάρτητα αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε έναν ή μερικούς ή σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, παράγεται μεταξύ καταθέτη και τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου (της Τράπεζας) αφετέρου ενεργητική ενοχή εις ολόκληρον, ώστε η ανάληψη της χρηματικής κατάθεσης να γίνεται από οποιοδήποτε καταθέτη, χωρίς καμία σύμπραξη άλλου συνδικαιούχου.

Επομένως, στην περίπτωση που ένας συνδικαιούχος αναλάβει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης από το λογαριασμό, τότε επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (Τράπεζα) και ως προς τους λοιπούς συνδικαιούχους. Δηλαδή η Τράπεζα υποχρεούται να αποδώσει την κατάθεση μόνο μία φορά.

Πλην όμως, ο μη αναλαβών το ποσό συνδικαιούχος του λογαριασμού δύναται να αποκτήσει απαίτηση έναντι του δικαιούχου που ανέλαβε την κατάθεση για την καταβολή σε αυτόν του αναλογούντος ποσού βάσει της μεταξύ τους εσωτερικής σχέσης, που μπορεί να είναι π.χ η εντολή, η δωρεά κλπ. Η εσωτερική σχέση που συνδέει τους συνδικαιούχους είναι αντικείμενο απόδειξης και θα κριθεί από το Δικαστήριο.

Στο άρθρο 2 Ν.5638/1932 ορίζεται ότι μπορεί στην κατάθεση να τεθεί επιπρόσθετα ο όρος ότι, εάν αποβιώσει ο ένας εκ των συνδικαιούχων, η κατάθεση θα περιέρχεται στους λοιπούς συνδικαιούχους, χωρίς καμία περαιτέρω διαδικαστική πράξη και προϋπόθεση. Στην πράξη, ο όρος αυτός περιλαμβάνεται στη συντριπτική πλειοψηφία των ανοιγόμενων κοινών λογαριασμών, αφού εξυπηρετεί τον κύριο σκοπό του λογαριασμού αυτού.

Με τον ανωτέρω όρο, παρακάμπτονται οι κανόνες της κληρονομικής διαδοχής, αφού στην παρ. 2 του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι στην περίπτωση αυτή η κατάθεση περιέρχεται στους επιβιώσαντες συνδικαιούχους ελεύθερη κάθε φόρου κληρονομίας ή τέλους, χωρίς η απαλλαγή αυτή βέβαια να επεκτείνεται και επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου. Μάλιστα, η εισηγητική έκθεση του νόμου ανέφερε ότι σκοπός της ρύθμισης αυτής ήταν η συγκράτηση και προσέλκυση στη χώρα κεφαλαίων του εξωτερικού.

Εξαίρεση από την ανωτέρω ρύθμιση εισάγει ο ΕισΝΑΚ με το άρθρο 117, όπου προβλέπεται ότι «σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό του νόμου 5638 της 31 Αυγούστου / 7 Σεπτεμβρίου 1932 περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν η κατάθεση, αν με αυτή πραγματοποιήθηκε δωρεά, κρίνεται ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για κληρονομία καταθέτη που πέθανε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα». Επομένως στην περίπτωση αυτή οι νόμιμοι μεριδούχοι θα μπορούν να προστατευθούν με τις διατάξεις για τη μέμψη της άστοργης δωρεάς κατ’ άρθρα 1825 επ. ΑΚ. Και πάλι όμως είναι αντικείμενο απόδειξης για το εάν με την κατάθεση αυτή πραγματοποιήθηκε δωρεά ή όχι.