a

Copyright 2021 Ι. Σκουζός & Συνεργάτες.
All Rights Reserved.

espa

Διαδικασία- προϋποθέσεις αίτησης αναίρεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας

Ιάσων Σκουζός & Συνεργάτες > Κλάδοι Δικαίου  > Διοικητικό Δίκαιο  > Διαδικασία- προϋποθέσεις αίτησης αναίρεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας

Διαδικασία- προϋποθέσεις αίτησης αναίρεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας

Η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ασκείται κατά αποφάσεων που εκδίδονται είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, είτε τελεσιδίκως κατ` έφεση, αναθεώρηση ή αναψηλάφηση. Η αίτηση από μεν τον ιδιώτη διάδικο (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) κατατίθεται μέσα σε προθεσμία 60 ημερών που αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης σε αυτόν. Σημειώνεται ότι, η κοινοποίηση της απόφασης γίνεται με δικαστικό επιμελητή συνήθως στην έδρα του πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ δεν θεωρείται κοινοποίηση η δημοσίευση σχεδίου της απόφασης στην προσωποποιημένη ενημέρωση της ιστοσελίδας των διοικητικών δικαστηρίων. Σε κάθε  περίπτωση η αίτηση δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την πάροδο 3 ετών από τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 53 πδ 18/1989).

Ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση, δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως έχει κάθε διάδικος που συμμετείχε στην δίκη επί της οποίας έχει εκδοθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει. Το δικαίωμα αυτό έχει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον το δικαιολογεί έννομο συμφέρον.

Αναφορικά με τις δικονομικές προϋποθέσεις που προβλέπονται, αυτές  είναι οι εξής:

  1. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που εμπεριέχονται στην αίτηση, ότι για το νομικό ζήτημα που έχει ασκηθεί η αίτηση δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (άρθρο 53 παρ. 3 πδ 18/1989).
  2. Άσκηση αίτησης αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι μεγαλύτερο από 40.000 ευρώ. Ειδικά για τις διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό εισφοράς, φόρου κλπ., χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρο 53 παρ. 4 πδ 18/1989).

Επίσης, ως προϋπόθεση του παραδεκτού θεωρείται και η καταβολή του παραβόλου υπέρ του Δημοσίου,  τριακόσια πενήντα (350) ευρώ, μέσα σε προθεσμία  ενός μηνός από την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 36 παρ. 1 πδ 18/1989). Τέλος, η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου γίνεται υποχρεωτικά με συμβολαιογραφικό ειδικό πληρεξούσιο.

Οι λόγοι αναιρέσεως μπορεί να είναι:

α) υπέρβαση καθηκόντων ή καθ` ύλην αρμοδιότητα του διοικητικού δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση,

β) μη νόμιμη συγκρότηση ή κακή σύνθεσή του,

γ) παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας,

δ) εσφαλμένη ερμηνεία ή πλημμελής εφαρμογή του νόμου που διέπει την επίδικη σχέση και

ε) Ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων τελεσίδικων αποφάσεων που είναι αντιφατικές μεταξύ τους στην ίδια υπόθεση και για τους ίδιους διαδίκους.

Οι λόγοι πρέπει να αιτιολογούνται ειδικώς στην αίτηση αναίρεσης και να παραπέμπουν στους ισχυρισμούς της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 56 πδ 18/1989).

Οι συνέπειες τις απόφασης επί της αίτησης αναίρεσης είναι οι εξής:

  • αν γίνει δεκτή η αίτηση, αναιρείται η απόφαση που έχει προσβληθεί και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από αυτήν, ενώ διατάσσεται η επιστροφή του ποσού που είχε τυχόν καταβληθεί δυνάμει της αναιρουμένης αποφάσεως. Περαιτέρω, το Συμβούλιο παραπέμπει την υπόθεση είτε στο δικαστήριο που είχε εκδώσει την απόφαση, είτε σε άλλο ομοειδές και ομοιόβαθμο, εκτός αν η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό μέρος οπότε αποφασίζει και περαιτέρω για αυτήν. (άρθρο 57 πδ 18/1989).
  • Αν απορριφθεί η αίτηση, δεν προβλέπεται άλλο μέσο κατά την απόφασης αυτής στην ελληνική έννομη τάξη.

 

Σημειώνεται ότι με βάση το άρθρο 53 παρ. 4 του ΠΔ 18/1989 δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο €40.000, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της. Ειδικώς στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις, το όριο αυτό ορίζεται στις διακόσιες χιλιάδες ευρώ. Τα ποσά αυτά μπορεί να αναπροσαρμόζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό εισφοράς, φόρου κλπ., χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και όταν το ένδικο μέσο που ασκήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. Οταν η αίτηση αναίρεσης ασκείται από τον ιδιώτη διάδικο, η αρμόδια κατά περίπτωση αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υποβάλλουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με μέριμνα της Γραμματείας του Δικαστηρίου, σημείωμα για το παραπάνω ποσό της διαφοράς. Οταν η αίτηση αναίρεσης ασκείται από τον διάδικο, διοικητική αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή από τον προϊστάμενο τους Υπουργό, το εν λόγω σημείωμα συνυποβάλλεται με την κατάθεση του δικογράφου.

* Οι πληροφορίες είναι ακριβείς με βάση τα δεδομένα που είναι γνωστά στο συγγραφέα κατά το χρόνο σύνταξης του άρθρου. Δεν  έχουμε υποχρέωση να επικαιροποιούμε τα αναρτημένα άρθρα. Η δικηγορική μας εταιρεία δεν αναλαμβάνει ευθύνη έναντι οποιουδήποτε τρίτου που δεν είναι πελάτης και δεν έχει υπογράψει τους όρους συνεργασίας μας.

error: Content is protected !!