a

Copyright 2021 Ι. Σκουζός & Συνεργάτες.
All Rights Reserved.

espa

Ρήτρες μη ανταγωνισμού σε συμβάσεις εργασίας

Ιάσων Σκουζός & Συνεργάτες > Κλάδοι Δικαίου  > Εργατικό δίκαιο  > Ρήτρες μη ανταγωνισμού σε συμβάσεις εργασίας

Ρήτρες μη ανταγωνισμού σε συμβάσεις εργασίας

Ρήτρες μη ανταγωνισμού σε συμβάσεις εργασίας

Κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως, ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παραλείπει δραστηριότητες ή πράξεις ανταγωνιστικές προς την επιχείρηση του εργοδότη του. Η παρεπόμενη αυτή υποχρέωση απορρέει από την καλή πίστη (288 ΑΚ) και, επομένως, δεν απαιτείται να έχει συμφωνηθεί ειδικά. Η υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, κατά κανόνα, δεν ισχύει μετά τη λύση της σύμβασης. Μετά τη λύση της σύμβασης ο εργαζόμενος μπορεί να αξιοποιήσει τις επαγγελματικές του γνώσεις και την εμπειρία που απέκτησε, με όποιον τρόπο επιθυμεί, και δεν εμποδίζεται να ασκήσει, για δικό του λογαριασμό, δραστηριότητα ανταγωνιστική προς αυτήν του προηγούμενου εργοδότη του ή να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε τρίτη επιχείρηση, επίσης ανταγωνιστική.

Τα μέρη όμως, κάνοντας χρήση της συμβατικής ελευθερίας, έχουν τη δυνατότητα να επεκτείνουν την απαγόρευση ανταγωνισμού και για το μετά τη λύση της σύμβασης διάστημα, συμφωνώντας σχετικές ρήτρες (ΑΠ 1591/2002).

Οι ρήτρες αυτές υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο με βάση το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Βασικό κριτήριο νια τον έλεγχο της καταχρηστικότητας μια τέτοιας ρήτρας είναι το εάν αυτή υπηρετεί πράγματι την προστασία δικαιολογημένων επαγγελματικών συμφερόντων του προσώπου που ευνοείται από τη ρήτρα, δηλαδή του εργοδότη, και δεν επιδιώκει απλώς και μόνο να δυσχεράνει τη θέση του εργαζομένου.

Αλλά και η διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη ρήτρα μη ανταγωνισμού υπηρετεί πράγματι την προστασία δικαιολογημένων επαγγελματικών συμφερόντων του εργοδότη, δεν σημαίνει ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υποχωρήσουν τα συμφέροντα του εργαζομένου, που θίγονται από τη ρήτρα αυτή. Γι αυτό, στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από την καλή πίστη στάθμισης των συγκρουόμενων συμφερόντων των μερών, κρίσιμο κριτήριο για το κύρος μιας τέτοιας συμφωνίας αποτελεί μεταξύ άλλων και η πρόβλεψη ή όχι μιας εύλογης αποζημίωσης υπέρ του εργαζομένου.

Η αποζημίωση αποτελεί την αντιπαροχή του εργοδότη για την ανάληψη από τον εργαζόμενο της υποχρεώσεως να παραλείψει προς όφελος του εργοδότη ορισμένη δραστηριότητα, δεδομένου ότι η επαγγελματική ικανότητα, η γνώση και η εμπειρία αποτελούν μία ιδιαίτερη σημαντική περιουσιακή αξία, ώστε ένας, χωρίς αποζημίωση, περιορισμός στην αξιοποίηση των γνώσεων και εμπειριών, που έχει αποκτήσει ο εργαζόμενος από την προηγούμενη απασχόληση του, να μην είναι ανεκτός από την έννομη τάξη.

Άλλα κριτήρια που θα ληφθούν υπόψη είναι επίσης (ενδεικτικά):

α) η χρονική διάρκεια και ο τοπικός χαρακτήρας της απαγόρευσης,

β) το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας του εργαζομένου και γ) η ύπαρξη δικαιολογημένων συμφερόντων του εργοδότη (βλ. Α.Π. 1285/ 1984 ΕΕργΔ 1985,575 επ., Χριστοφορίδη, όπ.π.).

Πάντως, κατά πάγια νομολογία των δικαστηρίων, η ύπαρξη ειδικού οικονομικού ανταλλάγματος δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την εγκυρότητα της σχετικής ρήτρας, αλλά συνεκτιμάται ως κριτήριο, τότε μόνο, όταν κρίνεται ότι οι λοιποί όροι της δέσμευσης, δηλαδή η χρονική διάρκεια, η χωρική έκταση και το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας υπερβαίνουν τα ακραία όρια που θέτουν στην ιδιωτική αυτονομία τα χρηστά ήθη (βλ. Δημ. Ζερδελή, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, Αθήνα 1999, σελ. 382, Γ. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο 1995, σελ. 550). Έτσι, έχει κριθεί από τη νομολογία ότι δεν είναι άκυρη η απαγόρευση πράξεων ανταγωνισμού για χρονικό διάστημα δύο ετών μετά τη λύση της σύμβασης, ακόμη και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα (Α.Π. 1285/1984 ΕΕργΔ 1985, 575, Α.Π. 1192/1992 ΔΕΝ 1993, 85).

Οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στην κατηγορία της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης υποκατηγοριοποιούνται στις περιπτώσεις της αθέμιτης απόσπασης εργατικού δυναμικού και της αθέμιτης απόσπασης πελατείας.

Αθέμιτη απόσπαση εργατικού δυναμικού

Η απόσπαση υπαλλήλων από την επιχείρηση του ανταγωνιστή, έστω κι αν προσφέρονται σ` αυτούς καλύτεροι εργασιακοί όροι, είναι σύμφωνη με την έννοια του ανταγωνισμού και κατά κανόνα δεν συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό. Μπορεί όμως να προσλάβει αθέμιτο χαρακτήρα, εφόσον συντρέχουν ειδικά περιστατικά, που καθιστούν την εν λόγω ενέργεια αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.

Η ελληνική θεωρία και νομολογία διακρίνει τρεις, κατά βάση, περιπτώσεις απόσπασης εργατικού δυναμικού και ειδικότερα: α) την παρότρυνση του εργαζομένου να αθετήσει τη σύμβαση εργασίας με τον εργοδότη του, β) την εκμετάλλευση ήδη αθετηθείσας σύμβασης και γ) την παρότρυνση για νόμιμη λύση της σύμβασης.

Γίνεται δεκτό ότι η πρώτη περίπτωση, δηλαδή η παρότρυνση εργαζομένου ν` αθετήσει τις υποχρεώσεις του, που πηγάζουν από έγκυρη και μη λυθείσα σύμβαση, είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, χωρίς τη συνδρομή προσθέτων στοιχείων, ενώ οι λοιπές δύο περιπτώσεις, για να προσλάβουν αθέμιτο χαρακτήρα, πρέπει να συντρέχουν ειδικές περιστάσεις και σαν τέτοιες αναφέρονται ιδίως η κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης, η παραπλάνηση, η εξαπάτηση ή δωροδοκία του εργαζομένου από το νέο εργοδότη, η προσπάθεια εκμετάλλευσης επιχειρηματικών μυστικών, καθώς και η συστηματική και βάσει σχεδίου επιτυγχανόμενη απόσπαση, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως συστηματική παρεμπόδιση και αποδιοργάνωση της ανταγωνιστικής επιχείρησης, αλλά και αθέμιτη εκμετάλλευση της ξένης φήμης (Μιχ. θεοδ. Μαρίνου, ό.π., αριθ. 265 επόμ., ΕφΑΘ 14499/2004, αδημ. σε νομικά περιοδικά).

Το επιλήψιμο στην απόσπαση, η οποία επιτυγχάνεται ύστερα από παρότρυνση ξένων εργαζομένων να αθετήσουν βασικές συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι του εργοδότη τους και ανταγωνιστή του παροτρύνοντος, εντοπίζεται στις προθέσεις του παροτρύνοντος, ο οποίος επιδιώκει να επηρεάσει τη βούληση του εργαζομένου, ώστε αυτός να αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αδιαφορώντας για τη ζημία που μπορεί να προκληθεί στον ανταγωνιστή του και εργοδότη του παροτρυνομένου.

Αντίθετα, δεν συνιστά αθέμιτη προσέλκυση και, επομένως, δεν είναι, κατά βάση, αθέμιτη, η εκμετάλλευση αθετηθείσας ήδη σύμβασης από τον ίδιο τον εργαζόμενο, όπως η πρόσληψη εργαζομένου, ο οποίος παρέβη τις συμβατικές του υποχρεώσεις με δική του πρωτοβουλία, χωρίς δηλαδή την υποκίνηση εκ μέρους του ανταγωνιστή. Τούτο ισχύει ακόμα και αν ο εργαζόμενος εγκατέλειψε την εργασία του, χωρίς να έχει προηγουμένως καταγγείλει νόμιμα τη σύμβαση εργασίας με τον πρώτο εργοδότη και στη συνέχεια προσλήφθηκε από ανταγωνιστή.

Ακόμα και η από μεγάλο αριθμό εργαζομένων οικειοθελής εγκατάλειψη της εργασίας τους, οι οποίοι στη συνέχεια προσλήφθηκαν από ανταγωνιστή, δεν συνιστά, μόνη αυτή, αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά. Διαφορετική είναι η κρίση μόνον όταν συντρέχουν ειδικά περιστατικά που καθιστούν τη συμπεριφορά του ανταγωνιστή επιλήψιμη, όπως όταν η πρόσληψη γίνεται προς το σκοπό πληροφόρησης από τους αποσπώμενους επαγγελματικών απορρήτων του ανταγωνιστή ή προσέλκυσης, μέσω των αποσπώμενων, και άλλων εργαζομένων ή πελατών του, ώστε να πληγεί, με τον τρόπον αυτόν, η θέση του ανταγωνιστή στην αγορά.

Συνεπώς, όπως στην περίπτωση της αθέμιτης παρότρυνσης και στην εκμετάλλευση αθετηθείσας σύμβασης, το βασικό στοιχείο που θεμελιώνει το επιλήψιμο είναι οι προθέσεις του ανταγωνιστή.

Αθέμιτη απόσπαση πελατείας

Ένα από τα πιο πολύτιμα οικονομικά αγαθά μιας επιχείρησης είναι η πελατεία, η επιδίωξη απόσπασης της οποίας από τον ανταγωνιστή απορρέει από την ουσία και τη λειτουργία του οικονομικού ανταγωνισμού, μόνον αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις μπορεί η εν λόγω απόσπαση να προσλάβει αθέμιτο χαρακτήρα (Εφθεσ 7910/2002, ΔΕΕ 2003.630), όπως συμβαίνει όταν γίνεται με σκοπό εκτόπισης ορισμένου ή ορισμένων ανταγωνιστών από την αγορά και στη συνέχεια την ανενόχλητη ανάπτυξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (Εφ. ΑΘ 3545/2005, ΔΕΕ 2006.57), ή όταν η απόσπαση γίνεται με παραπλάνηση του πελάτη, μείωση του ανταγωνιστή, με δωροδοκία, με μποϋκοτάζ ή γενικότερα με δόλιες μεθοδεύσεις.

Η απόσπαση πελατείας από πρώην στελέχη (εργαζόμενους, εμπορικούς αντιπροσώπους, διανομείς) μιας επιχείρησης, τα οποία μετά την αποχώρηση τους ασκούν πλέον ανταγωνιστική δραστηριότητα και αποσπούν πελάτες του πρώην εργοδότη τους – παραγωγού, είναι καταρχήν νόμιμη. Εφόσον ο πρώην εργαζόμενος δεν υπόκειται σε μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού με ρητή πρόβλεψη, με την οποία ο πρώην εργοδότης “εξαγοράζει” για ένα χρονικό περιορισμένο διάστημα την αποχή του από τον ανταγωνισμό στην ίδια σχετική αγορά, μπορεί να διεισδύσει στην πελατεία του πρώην εργοδότη του και να ανακοινώσει σε αυτήν ότι έχει ιδρύσει δική του επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα, αρκεί να μη χρησιμοποιούνται αθέμιτα μέσα ή παραπλανητικές μέθοδοι ή ισχυρισμοί υποτιμητικοί για τον πρώην εργοδότη και να μην έχει αποκτήσει πρόσβαση στο πελατολόγιο του πρώην εργοδότη του με αθέμιτο τρόπο.

Συμπέρασμα

Η κρίση για το εάν η συγκεκριμένη, κάθε φορά, ρήτρα συνιστά υπέρμετρο περιορισμό της ελευθερίας του εργαζομένου εναπόκειται στο δικαστή, ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες, θα αξιολογήσει και θα σταθμίσει τα συγκρουόμενα συμφέροντα των μερών. Η σχετική ρήτρα θα κριθεί έγκυρη και δεσμευτική εάν, βάσει των συνθηκών της υπό κρίση περίπτωσης, αφενός δεν καταλύει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής και επαγγελματικής δράσης του ατόμου και αφετέρου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ.

error: Content is protected !!