a

Facebook

Twitter

Copyright 2017 Ι. Σκουζός & Συνεργάτες.
All Rights Reserved.

Προεδρικό Διάταγμα 81.2005 – Δικηγορικές Εταιρείες

Ιάσων Σκουζός & Συνεργάτες > Χρήσιμα links  > Προεδρικό Διάταγμα 81.2005 – Δικηγορικές Εταιρείες

Προεδρικό Διάταγμα 81.2005 – Δικηγορικές Εταιρείες

Προεδρικό Διάταγμα 81.2005 – Δικηγορικές Εταιρείες

ΠΔ 81/2005: ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ (367938)

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ  ΑΡΙΘ. 81  (ΦΕΚ Α΄ 120/23.05.2005)
Δικηγορικές εταιρείες.

Άρθρο 1

Ίδρυση εταιρείας μεταξύ δικηγόρων.

1. Δύο ή περισσότεροι δικηγόροι μπορούν να συστήσουν «Αστική Επαγγελματική Δικηγορική  Εταιρεία», με σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σε τρίτους και τη διανομή των  συνολικών καθαρών αμοιβών, που θα προκύψουν από τη δραστηριότητα τους αυτή. Η έδρα της εταιρείας ορίζεται με το καταστατικό της στην περιφέρεια του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο  είναι εγγεγραμμένος τουλάχιστον ένας από τους εταίρους.

2. Η Δικηγορική Εταιρεία δύναται να ιδρύει υποκαταστήματα στην ημεδαπή, σύμφωνα και με τις  διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, καθώς και στην αλλοδαπή σύμφωνα με τις διατάξεις της  νομοθεσίας της Ε.Ε. και της νομοθεσίας του εκάστοτε κράτους υποδοχής.

3. Σε κάθε δικηγορικό σύλλογο της χώρας, ο συνολικός αριθμός των  δικηγορικών εταιριών, οι οποίες έχουν την έδρα τους στην πρωτοδικειακή του  περιφέρεια, καθώς και των δικηγόρων που ασκούν μόνοι τους ελεύθερη δικηγορία  απαγορεύεται να περιοριστεί με σύσταση εταιριών κάτω από το συνολικό αριθμό  επτά (7).»

Άρθρο 2

Απαγόρευση συμμετοχής μη δικηγόρου.

1. Απαγορεύεται η συμμετοχή σε δικηγορική εταιρεία νομικού προσώπου ή και  φυσικού προσώπου που δεν είναι δικηγόρος, καθώς και η με οποιοδήποτε τρόπο  συμμετοχή στα κέρδη της εταιρείας νομικού προσώπου ή και φυσικού προσώπου που  δεν είναι δικηγόρος έναντι παροχής κεφαλαίου ή εργασίας προς αυτή.

2. Απαγορεύεται επίσης η κατ` επάγγελμα και με οποιαδήποτε άμεσα ή έμμεσα ανταλλάγματα ανάθεση από φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικηγορικών υποθέσεων τρίτων σε δικηγόρο εταίρο ή σε δικηγορική εταιρεία.

Άρθρο 3

Καταστατικό και περιεχόμενό του.

Για τη σύσταση της δικηγορικής εταιρείας απαιτείται ως συστατικός τύπος  έγγραφο καταστατικό, το οποίο να υπογράφεται από όλα τα ιδρυτικά μέλη και να καθορίζει τουλάχιστον:

1) το σκοπό, την επωνυμία και την έδρα της εταιρείας
2) τα ονόματα και τις διευθύνσεις των ιδρυτικών τους μελών εταίρων
3) τους όρους της εισόδου, της αποχώρησης και της αποβολής των εταίρων
4) τις Εισφορές των εταίρων και την αύξηση ή μείωσή τους
5) τον αριθμό των μερίδων έκαστου εταίρου
6) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταίρων
7) τη διοίκηση της εταιρείας και το διορισμό ενός ή περισσοτέρων διαχειριστών
8) την ύπαρξη ή όχι δικαιώματος εναντίωσης στις πράξεις των διαχειριστών
9) τους λόγους ανάκλησης του διαχειριστή
10) τον τρόπο της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης της εταιρείας
11) τον τρόπο λήψης των αποφάσεων της εταιρείας και τις τυχόν αυξημένες πλειοψηφίες της συνέλευσης των μελών της εταιρείας
12) τις υποχρεώσεις απέναντι στους τρίτους
13) τη διανομή των κερδών και των ζημιών
14) τους λόγους λύσης της εταιρείας και
15) την Εκκαθάριση της εταιρείας μετά τη λύση.

Άρθρο 4

Έγκριση του καταστατικού και των τροποποιήσεων αυτού.

1. Το καταστατικό της εταιρείας καθώς και οι τροποποιήσεις αυτού υποβάλλονται για έγκριση στο δικηγορικό σύλλογο, στην περιφέρεια του οποίου έχει οριστεί η έδρα της εταιρείας.

2. Η Έγκριση του καταστατικού και των τροποποιήσεων αυτού γίνεται με  απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου της έδρας της εταιρίας, που ελέγχει αν οι διατάξεις του καταστατικού συμφωνούν με τις διατάξεις του νόμου. Αν παρέλθει άπρακτο διάστημα μηνός από την υποβολή προς έγκριση του καταστατικού ή τροποποιήσεως αυτού, η έγκριση λογίζεται παρασχεθείσα.

3. Η απόφαση που δεν εγκρίνει το καταστατικό της εταιρείας ή τις τροποποιήσεις αυτού πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

4. Η απόφαση της δικηγορικής εταιρίας για ίδρυση υποκαταστήματος γνωστοποιείται εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη λήψη της, στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας της εταιρίας. Η ίδρυση υποκαταστήματος καταχωρείται στα βιβλία εταιριών του δικηγορικού συλλόγου της έδρας της εταιρίας.

Άρθρο 5

Εγκριτική απόφαση του δικηγορικού συλλόγου.

1. Η απόφαση του Δ.Σ. του δικηγορικού Συλλόγου με την οποία εγκρίνεται το  καταστατικό, ορίζει:

α. Τη δημοσίευσή της στα εκδιδόμενα από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο  περιοδικά και σε περίπτωση που δεν εκδίδονται τέτοια, στο Νομικό Βήμα.

β. Την εγγραφή της εταιρείας στα βιβλία εταιρειών του οικείου δικηγορικού  συλλόγου.

γ. Την ταυτόχρονη δημιουργία φακέλου της εταιρείας.

δ. Την τοιχοκόλλησή της, στα γραφεία του δικηγορικού συλλόγου επί 30 ημέρες.

Οι υπ` αριθμ. β, γ και δ πράξεις γίνονται υποχρεωτικά μέσα σε δύο εργάσιμες  μέρες από την έκδοση της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του δικηγορικού  συλλόγου, που εγκρίνει το καταστατικό.

2. Στο πρωτότυπο του καταστατικού το οποίο τηρείται στο αρχείο του οικείου  δικηγορικού συλλόγου τίθεται, ταυτόχρονα με την έγκριση, σφραγίδα θεώρησής  του από τον πρόεδρο του ή το νόμιμο αναπληρωτή του.

3. Οι εταιρείες πέραν των υποχρεωτικώς από τη φορολογική νομοθεσία  τηρουμένων βιβλίων υποχρεούνται να τηρούν και βιβλίο πρακτικών των αποφάσεων  της συνέλευσης των εταίρων και των πράξεων των διαχειριστών.
Αντίγραφα από το βιβλίο πρακτικών, επικυρωμένα από το διαχειριστή, δικαιούται  να λαμβάνει οποιοσδήποτε εταίρος.

Άρθρο 6

Προσβολή της εγκριτικής αποφάσεως με αίτηση ακυρώσεως.

Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου, που εγκρίνει  ή απορρίπτει το καταστατικό της εταιρείας, προσβάλλεται από όποιον έχει  έννομο συμφέρον, με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Σ.τ.Ε. κατά τα οριζόμενα στο π.δ/γμα 18/1989 (ΦΕΚ 8 τ.Α΄).

Άρθρο 7

Νομική προσωπικότητα της εταιρείας.

Η δικηγορική εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα από τη στιγμή που θα  εγγραφεί στο βιβλίο εταιρειών του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Εφόσον στο  καταστατικό δεν ορίζεται άλλως, οι προ της απόκτησης νομικής προσωπικότητας  προπαρασκευαστικές πράξεις που αποσκοπούσαν στην ίδρυση της εταιρείας καθώς  και δικαιοπραξίες των ιδρυτικών εταίρων τις οποίες τυχόν είχαν συνάψει που  δεν έχουν σχέση προς την ίδρυση αυτής δεσμεύουν την εταιρεία, εφόσον  εγκρίθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από αυτήν μετά την απόκτηση της νομικής  προσωπικότητας.

Άρθρο 8

Δημοσιότητα τροποποιήσεων του καταστατικού και λύσης της εταιρείας.

1. Οι διατάξεις περί δημοσιότητας του άρθρου 5 για τη σύσταση της εταιρείας  εφαρμόζονται και σε περίπτωση:
α) αποφάσεως περί ιδρύσεως υποκαταστήματος και
β) τροποποίησης του καταστατικού της το οποίο κωδικοποιείται.
Το κωδικοποιημένο με την τροποποίηση καταστατικό σημειώνεται στο βιβλίο των  εταιρειών του οικείου δικηγορικού συλλόγου με τον ίδιο γενικό αριθμό και  καταχωρείται στο φάκελο της εταιρείας με ειδικό αύξοντα αριθμό.

2. Σε περίπτωση λύσης της εταιρείας με συμφωνία των εταίρων, η συμφωνία  γίνεται εγγράφως και υποβάλλεται στο οικείο δικηγορικό σύλλογο, ο οποίος με  απόφαση του διοικητικού συμβουλίου διαπιστώνει τη λύση της εταιρείας. Οι  διατάξεις περί δημοσιότητας του άρθρου 5 εφαρμόζονται εν προκειμένω. Συγχρόνως γίνεται σημείωση της λύσης στα οικεία βιβλία του συλλόγου και η  έγγραφη συμφωνία λύσης, τίθεται στο φάκελο της εταιρείας που λύνεται. Αν με  τη συμφωνία λύσης ορίζεται και εκκαθαριστής, σημειώνεται στο οικείο βιβλίο και το όνομα του εκκαθαριστή.

Άρθρο 9

Επωνυμία της εταιρείας.

1. Η εταιρική επωνυμία σχηματίζεται από τα ονοματεπώνυμα ή μόνον τα επώνυμα  ενός ή περισσοτέρων εταίρων και προστίθεται ο γενικός τίτλος «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ  ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό, η επωνυμία της  εταιρείας δύναται να διατηρηθεί και μετά την αποχώρηση ή τον θάνατο εταίρου,  το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται σ` αυτή εάν σ` αυτό συναινούν ρητώς,  αντιστοίχως, ο ίδιος ή οι κληρονόμοι του. Σε περίπτωση που εταίρος τελεί σε  αναστολή από τη δικηγορία, το όνομα του απαλείφεται από την επωνυμία της  εταιρείας για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή.

2. Τα έγγραφα της εταιρείας αναγράφουν υποχρεωτικά τα ονόματα όλων των  δικηγόρων εταίρων και στην είσοδο των γραφείων της εταιρείας τοποθετούνται  υποχρεωτικά πινακίδες με τα ονόματα όλων των δικηγόρων – εταίρων και των  δικηγόρων που εργάζονται με πάγια μηνιαία αντιμισθία σ` αυτή.

Άρθρο 10

Εισφορές των εταίρων.

1. Οι εταίροι υποχρεούνται να εισφέρουν στην εταιρεία την εργασία τους.  Επιτρέπονται όμως και οι συμπληρωματικές εισφορές σε χρήματα ή σε κινητά  πράγματα, καθώς επίσης και, σε χρήση μόνον κινητών και ακινήτων αποκλειστικά  για τις ανάγκες στέγασης της εταιρείας. Επιτρέπεται, επίσης, η κτήση  κυριότητας ακινήτου από την εταιρεία για την επαγγελματική της εγκατάσταση  και μόνον ύστερα από απόφαση των εταίρων της που αντιπροσωπεύουν τα 3/4 των μερίδων, εκτός εάν άλλως ορίζεται στο καταστατικό.

2. Ο εταίρος δικηγόρος, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, δεν έχει υποχρέωση  να αυξήσει την εισφορά του, ούτε και να τη συμπληρώσει, αν μειώθηκε εξαιτίας ζημιών κατά τη λειτουργία της.

Άρθρο 11

Απαγόρευση συμμετοχής σε άλλη εταιρεία.

Ο εταίρος δικηγόρος, απαγορεύεται να συμμετέχει σε άλλη δικηγορική εταιρεία  ή να ασκεί ατομική δικηγορία και γενικά να ενεργεί για δικό του ή ξένο  λογαριασμό πράξεις αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρείας.

Άρθρο 12

Ευθύνη των εταίρων μεταξύ τους.

Ο εταίρος δικηγόρος, εφόσον δεν είναι διαχειριστής, ευθύνεται απέναντι στους  λοιπούς εταίρους και στην εταιρεία μόνο για την επιμέλεια που δείχνει στις  δικές του υποθέσεις, εκτός των περιπτώσεων ευθύνης κατά τη διαχείριση της εντολής.

Άρθρο 13

Ευθύνη της εταιρείας έναντι των τρίτων.

Το νομικό πρόσωπο της εταιρείας ευθύνεται απέναντι στους τρίτους για τις  πράξεις ή παραλείψεις των εταίρων δικηγόρων, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη  έγινε κατά τη διαχείριση ή την αντιπροσώπευση της εταιρείας, καθώς και κατά  το χειρισμό υπόθεσης εντολέα της εταιρείας για την οποία περίπτωση  εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί εντολής. Εις ολόκληρον  ευθύνεται και ο υπαίτιος για την πράξη ή την παράλειψη δικηγόρος εταίρος.  Κατά το ποσό που η εταιρεία ικανοποιήσει τον τρίτο, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του υπαίτιου εταίρου. Στην περίπτωση ασφάλισης της εταιρείας για την αστική ευθύνη απέναντι σε τρίτους, δικαιώματα αναγωγής κατά του υπαιτίου εταίρου έχει η εταιρεία μόνο για το ποσό που δεν καλύφθηκε από την ασφαλιστική αποζημίωση που εισέπραξε.

Άρθρο 14

Διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας.

1. Η εταιρεία διοικείται από έναν ή περισσότερους διαχειριστές, οι οποίοι  είναι υποχρεωτικά δικηγόροι εταίροι της εταιρείας. Οι διαχειριστές έχουν τη διοίκηση του νομικού προσώπου της εταιρείας, κατανέμουν τις υποθέσεις μεταξύ των εταίρων, φροντίζουν και διαχειρίζονται τις υποθέσεις της και την  αντιπροσωπεύουν δικαστικά και εξώδικα, ενεργούν δε από κοινού ή ξεχωριστά, σύμφωνα με τις ειδικότερες αρμοδιότητες που προβλέπει το καταστατικό. Οι διαχειριστές ορίζονται από το καταστατικό ή εκλέγονται από τη γενική συνέλευση των εταίρων, σύμφωνα με τα οριζόμενα σε αυτό.

2. Ανώτατο όργανο της εταιρείας είναι η γενική συνέλευση των εταίρων, όπου, οι αποφάσεις λαμβάνονται, σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος, εκτός αν ορίζεται το αντίθετο στο καταστατικό.

Άρθρο 15

Ανάκληση και παραίτηση διαχειριστή.

1. Ο διαχειριστής μπορεί να ανακληθεί μόνο για σπουδαίο λόγο. Συμφωνία που  αποκλείει την ανάκληση για σπουδαίο λόγο, είναι άκυρη. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαριά παράβαση καθηκόντων ή η ανικανότητα για τακτική διαχείριση. Η ανάκληση γίνεται με ομόφωνη απόφαση όλων των λοιπών εταίρων, εκτός αν υπάρχει άλλη συμφωνία.
2. Ο διαχειριστής έχει δικαίωμα να παραιτηθεί από τα έργα της διαχείρισης που του έχουν ανατεθεί με την εταιρική σύμβαση ή με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των εταίρων με γραπτή δήλωσή του προς όλους τους εταίρους που θα ισχύει 15 ημέρες μετά την υποβολή της.

Άρθρο 16

Ευθύνη διαχειριστή έναντι των εταίρων.

Ο διαχειριστής ευθύνεται απέναντι στους άλλους εταίρους για κάθε πταίσμα.

Άρθρο 17

Λογοδοσία διαχειριστή.

Ο διαχειριστής ή οι διαχειριστές, εφόσον είναι περισσότεροι, έχουν υποχρέωση κάθε τέλος του διαχειριστικού έτους και το αργότερο εντός τριμήνου από τότε να λογοδοτήσουν στους λοιπούς εταίρους και να παραδώσουν στην εταιρεία καθετί που έλαβαν από οποιαδήποτε αιτία για την εκτέλεση της διαχείρισης ή απέκτησαν από την εκτέλεσή της.

Άρθρο 18

Δικαιώματα διαχειριστή προς αποζημίωση.

Η εταιρεία οφείλει να ανορθώσει κάθε ζημία που ο διαχειριστής έπαθε, χωρίς πταίσμα του, κατά την εκτέλεση της διαχείρισης.

Άρθρο 19

Αμοιβή διαχειριστή.

Ο διαχειριστής δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει ιδιαίτερη αμοιβή για τη διαχείριση, εκτός αν στο καταστατικό της εταιρείας προβλέπεται διαφορετικά.

Άρθρο 20

Δικαιώματα εταίρου.

Κάθε εταίρος έχει δικαίωμα να πληροφορείται αυτοπροσώπως για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, να εξετάζει τα βιβλία και τα έγγραφα καθώς και να καταρτίζει περίληψη της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας. Αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη.

Άρθρο 21

Περιουσία εταιρείας.

Οι Εισφορές των εταίρων, καθώς και κάθε τι άλλο που αποκτάται επ` ονόματι ή για λογαριασμό της εταιρείας, ανήκει στην εταιρεία.

Άρθρο 22

Δέσμευση της εταιρείας από πράξεις του διαχειριστή.

Δικαιοπραξίες που επιχείρησε ο διαχειριστής στα όρια της εξουσίας που του παρέχει το καταστατικό της εταιρείας υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Άρθρο 23

Είσοδος νέων μελών στην εταιρεία, αποχώρηση και αποβολή μέλους.

1. Η είσοδος νέων εταίρων επιτρέπεται πάντοτε με απόφαση όλων των εταίρων που εκπροσωπούν τα Ύ των μερίδων, εκτός εάν άλλως ορίζεται στο καταστατικό.

2. Η αποχώρηση εταίρου επιτρέπεται μετά προηγούμενη έγγραφη γνωστοποίηση στην εταιρεία που γίνεται οποτεδήποτε, υπό την προϋπόθεση ότι έχει παρέλθει εξάμηνο από τη γνωστοποίηση. Το καταστατικό επιτρέπεται να ορίζει αλλιώς.

3. Η αποβολή εταίρου επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η αποβολή γίνεται με ομόφωνη απόφαση όλων των λοιπών εταίρων που εκπροσωπούν τουλάχιστον τα 3/4 του όλου αριθμού των μερίδων, εκτός εάν υπάρχει άλλη συμφωνία στο καταστατικό. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαριά παράβαση καθηκόντων, η ανικανότητα για την εκτέλεση τους, καθώς και η αντιδεοντολογική συμπεριφορά του εταίρου που συνιστά βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα και που μπορεί να μειώσει το κύρος και τη φήμη της εταιρείας απέναντι στους τρίτους.

4. Η είσοδος, η αποχώρηση καθώς και η αποβολή εταίρου συνιστούν τροποποιήσεις του καταστατικού της εταιρείας και συνεπάγονται υποχρεωτικά μεταβολή στα ποσοστά συμμετοχής στα κέρδη και στις ζημίες των εταίρων.

Άρθρο 24

Απαρτία για λήψη αποφάσεων.

1. Οι αποφάσεις των εταίρων είναι δεσμευτικές για την εταιρεία αν παρίστανται κατά την έκδοσή τους σε εταιρείες με 2 εταίρους και οι 2 εταίροι, σε εταιρείες με 3 εταίρους οι 2 εταίροι, σε εταιρείες με 4 και περισσότερους εταίρους τα 3/4 τουλάχιστον των εταίρων εκτός εάν το καταστατικό έχει διαφορετικές προβλέψεις.

2. Οι αποφάσεις, στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ειδική αντίθετη πρόβλεψη στο νόμο, λαμβάνονται κατ` απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μερίδων, εκτός εάν το καταστατικό περιλαμβάνει διαφορετικές προβλέψεις.

3. Οι εταίροι καλούνται εγγράφως πέντε ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης, από το διαχειριστή ή και το 1/3 του αριθμού των εταίρων, για να συμμετάσχουν στη λήψη των αποφάσεων σε θέματα που αναγράφονται στην πρόσκληση. Είναι όμως έγκυρη η λήψη αποφάσεων αν παρίστανται όλοι οι εταίροι και δεν προβάλλεται αντίρρηση, έστω και εάν δεν έγινε έγγραφη πρόσκληση με αναγραφή θεμάτων.

Άρθρο 25

Οι μερίδες των εταίρων.

1. Οι μερίδες των εταίρων ορίζονται ελευθέρως σε εκατοστιαία ποσοστά ασυνδέτως προς την εισφορά έκαστου. Με βάση τα ποσοστά αυτά, οι εταίροι μετέχουν στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας.

2. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη δυνατότητα καταβολής, με απόφαση της γενικής συνέλευσης, έκτακτης αμοιβής, για το δικηγόρο εταίρο, που θα επιδείξει ιδιαίτερη δραστηριότητα και ζήλο στο χειρισμό των υποθέσεων που του έχουν ανατεθεί ή που πέτυχε διεύρυνση της πελατείας ή σύμβαση υπέρ της εταιρείας με εντολέα του οποίου η υπόθεση έχει ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αντικείμενο. Στις περιπτώσεις αυτές θα μοιραστεί μεταξύ όλων των εταίρων το υπόλοιπο των εσόδων της εταιρείας.

Άρθρο 26

Ετήσια διανομή εσόδων της εταιρείας.

1. Ο τελικός λογαριασμός της διαχείρισης κλείνεται με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου ή 30 Ιουνίου κάθε έτους, σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη του καταστατικού, και τα κέρδη μοιράζονται στους εταίρους το αργότερο εντός 3 μηνών από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου, εκτός εάν υπάρχει άλλη συμφωνία. Μέσα στην ίδια προθεσμία γίνεται και η λογοδοσία του διαχειριστή.

2. Εταίροι, εφόσον συμμετέχουν στην εταιρεία με ποσοστό μικρότερο του 2%, θα λαμβάνουν στο τέλος του έτους από τα κέρδη της εταιρείας το ελάχιστο ποσό της ετήσιας αμοιβής του επί παγία αντιμισθία αμειβομένου δικηγόρου, όπως αυτή καθορίζεται από το νόμο, υπό την προϋπόθεση ότι τα κέρδη της εταιρείας θα είναι τουλάχιστο δεκαπλάσια και εφόσον το ποσοστό των κερδών που τους αναλογεί υπολείπεται της ανωτέρω αμοιβής.

Άρθρο 27

Σχέση της εταιρείας με τους εντολείς.

1. Απαγορεύεται στην εταιρεία να δεχθεί εντολές διαφορετικών προσώπων με αντίθετα μεταξύ τους συμφέροντα.

2. Οι αμοιβές που είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν οι εντολείς για τις παρεχόμενες σε αυτούς δικηγορικές, δικαστικές και εξώδικες υπηρεσίες από τους δικηγόρους της εταιρείας, συμφωνούνται με το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, εισπράττονται μόνο από αυτόν και καταχωρίζονται ως έσοδα της εταιρείας στα βιβλία, τα οποία σύμφωνα με το νόμο τηρούνται σε αυτή.

3. Οι έγγραφες εντολές των πελατών παρέχονται είτε προς δικηγόρο εταίρο είτε προς την εταιρεία. Σε κάθε περίπτωση επιτρέπεται η χορήγηση μεταπληρεξουσιότητας σε δικηγόρο εταίρο της εταιρείας ή και σε έμμισθο δικηγόρο αυτής.

Άρθρο 28

Χρόνος διάρκειας της εταιρείας.

Ο Χρόνος διάρκειας της εταιρείας ορίζεται με το καταστατικό, διαφορετικά η εταιρεία είναι αόριστης διάρκειας. Ο χρόνος όμως διάρκειας της εταιρείας δεν μπορεί να είναι μικρότερος από τρία έτη. Η εταιρεία που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου αν μετά την παρέλευση του χρόνου που συμφωνήθηκε συνεχίζει τη λειτουργία της και εξακολουθούν να συμμετέχουν όλοι οι κατά το χρόνο της λήξης της εταίροι.

Άρθρο 29

Παράταση της διάρκειας της εταιρείας.

Με απόφαση των εταίρων που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μερίδων, που δε δεσμεύει όσους μειοψήφησαν, μπορεί να παραταθεί ο Χρόνος διάρκειας της εταιρείας. Η απόφαση των εταίρων για την παράταση της διάρκειας της εταιρείας, πρέπει να ληφθεί έξι τουλάχιστον μήνες πριν από το χρόνο λήξης της εταιρείας. Όσοι εταίροι μειοψήφησαν μπορούν να αλλάξουν γνώμη και να δηλώσουν έγγραφα μέσα σε τρεις μήνες από τη λήψη της απόφασης για την παράταση, ότι αποδέχονται την απόφαση και παραμένουν στην εταιρεία, διαφορετικά αποχωρούν από την εταιρεία μόλις λήξει η διάρκειά της.

Άρθρο 30

Λύση εταιρείας ορισμένου χρόνου.

Η εταιρεία που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο λύεται και πριν περάσει ο χρόνος αυτός με απόφαση των εταίρων που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μερίδων, και ισχύει μετά 6 μήνες, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Αντίθετη συμφωνία που περιορίζει με προθεσμία ή με άλλον τρόπο το δικαίωμα αυτό της πλειοψηφίας, είναι άκυρη. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαριά παράβαση καθηκόντων, η ανικανότητα ή η αδιαφορία για επαγγελματική δραστηριότητα και οι έριδες μεταξύ των εταίρων. Αν η εταιρεία λύθηκε χωρίς σπουδαίο λόγο, οι εταίροι της πλειοψηφίας ενέχονται εις ολόκληρον απέναντι στους υπόλοιπους εταίρους για ζημία που τους προξένησαν με την άκαιρη λύση της εταιρείας.

Άρθρο 31

Λύση εταιρείας αόριστης διάρκειας.

Εταιρεία που έχει αόριστη διάρκεια λύεται οποτεδήποτε με απόφαση των εταίρων που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μερίδων, και ισχύει μετά 6 μήνες.

Άρθρο 32

Ευθύνη για υπαίτια συμπεριφορά εταίρου.

Αν ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο αποφασίστηκε η λύση της εταιρείας με απόφαση της πλειοψηφίας, συνίσταται στο ότι κάποιος ή κάποιοι από τους εταίρους έχει παραβεί τις εταιρικές υποχρεώσεις του, ο εταίρος αυτός ενέχεται για τη ζημία που προκάλεσε η λύση της εταιρείας στους λοιπούς εταίρους.

Άρθρο 33

Συνέχιση εταιρείας.

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό σε περίπτωση θανάτου, αναστολής της άσκησης της δικηγορίας, απαγόρευσης, παραίτησης ή παύσης από το λειτούργημα κάποιου από τους εταίρους, η εταιρεία δεν λύεται, αλλά συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών εταίρων. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό η επωνυμία δύναται να διατηρηθεί και μετά την αποχώρηση ή το θάνατο εταίρου το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται σ` αυτή εάν σ` αυτό συναινούν ρητώς, αντιστοίχως, ο ίδιος ή οι κληρονόμοι του.

Άρθρο 34

Προσαύξηση μερίδας.

Σε κάθε περίπτωση που η εταιρεία συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών εταίρων,
εφόσον στο καταστατικό δεν προβλέπεται διαφορετικά, η μερίδα αυτού που έπαυσε για οποιοδήποτε λόγο να είναι εταίρος ή που τελεί σε αναστολή του λειτουργήματος και για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή, προσαυξάνει τις μερίδες των λοιπών εταίρων αναλογικώς. Η προσαύξηση θεωρείται τροποποίηση του καταστατικού, πλην της περιπτώσεως της αναστολής προς άσκηση της δικηγορίας.

Άρθρο 35

Λύση με ομόφωνη απόφαση.

Η εταιρεία ορισμένου ή αορίστου χρόνου λύεται οποτεδήποτε με ομόφωνη απόφαση όλων των εταίρων.

Άρθρο 36

Τροποποίηση του καταστατικού.

Εφόσον το καταστατικό ή το παρόν διάταγμα δεν ορίζει διαφορετικά για την Τροποποίηση του καταστατικού απαιτείται απόφαση των εταίρων που εκπροσωπούν τα 3/4 των μερίδων.

Άρθρο 37

Εκκαθάριση της εταιρείας.

1. Σε περίπτωση λύσης της εταιρείας ακολουθεί η εκκαθάριση, οπότε είτε με τη ρύθμιση του καταστατικού είτε με απόφαση των εταίρων, ορίζονται ένας ή περισσότεροι εταίροι δικηγόροι ως εκκαθαριστές. Μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες της, η εταιρεία έχει νομική προσωπικότητα. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 779 έως και 783 του Αστικού Κώδικα.

2. Εκκρεμείς υποθέσεις παραδίδονται στους εντολείς οι οποίοι αποφασίζουν για την ανάθεση του περαιτέρω χειρισμού τους.

Άρθρο 38

Ασκούμενοι δικηγόροι και εταιρεία.

Ασκούμενοι δικηγόροι μπορούν να ασκούνται σε δικηγορικές εταιρείες και να κάνουν παραστάσεις στα δικαστήρια με όλους τους εταίρους. Κάθε εταιρεία μπορεί να έχει τόσους ασκούμενους δικηγόρους όσους ατομικά έχουν δικαίωμα οι εταίροι της, σύμφωνα με τον Κώδικα των δικηγόρων.

Άρθρο 39

Διαφορές μεταξύ των εταίρων.

Κάθε διαφορά που γεννιέται από την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος διατάγματος ή του καταστατικού της εταιρείας μεταξύ των εταίρων ή αυτών και της εταιρείας, δύναται να επιλύεται από τη Διαιτησία του οικείου δικηγορικού συλλόγου μετά από προσφυγή των εχόντων έννομο συμφέρον μέσα σε αποσβεστική προθεσμία 3 μηνών από τη γέννηση της διαφοράς. Οι διαιτητές ορίζονται για τρία χρόνια από το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, συνεχίζουν, όμως, μέχρι πέρατος τις υποθέσεις που ανέλαβαν εντός
του χρόνου της θητείας τους.

Άρθρο 40

Από της ισχύος του παρόντος, το π. δ/γμα 518/1989 (ΦΕΚ 220 τ.Α΄) καταργείται, πλην του άρθρου 45 παράγραφοι 1, 2, 3 εδάφιο α΄ του ως άνω διατάγματος, το οποίο διατηρείται σε ισχύ. Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Δικαιοσύνης αναθέτουμε την δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος.

Σ.Σ. Τελευταία τροποποίηση με το ν. 4038/2012