Αρχική Ειδικά Θέματα Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς - Διοικητικές κυρώσεις για χειραγώγηση αγοράς – Ένδικη προστασία διοικούμενων

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς - Διοικητικές κυρώσεις για χειραγώγηση αγοράς – Ένδικη προστασία διοικούμενων

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 23, 24 και 25 του Ν. 3340/2005 περί Προστασίας Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3371/2005 για Θέματα Κεφαλαιαγοράς, κι αναφορικά με τυχόν Διοικητικές Κυρώσεις και μέτρα τις Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και την ένδικη προστασία του διοικουμένου, αναφέρονται τα ακόλουθα: 

Το άρθρο 25 του Ν. 3371/2005 για Θέματα Κεφαλαιαγοράς, ορίζει τα ακόλουθα: 

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 3340/2005 (ΦΕΚ 112 Α’/10.05.2005), οι εν γένει αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προσβάλλονται δικαστικώς ως εξής: 

α) Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με τις οποίες επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο προσβάλλονται με προσφυγή ουσίας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή τους.

β) Όλες οι υπόλοιπες αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που εκδίδονται ως εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή τους. Κατά των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου επιστρέφεται έφεση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. 

Σε περίπτωση, λοιπόν, παράβασης της απαγόρευσης κατάχρησης της αγοράς κι επιβολής προστίμου και διοικητικής κύρωσης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υποχρεούται να: 

Καλέσει, πριν την επιβολή των κυρώσεων ή τη λήψη μέτρων, ενώπιον της τον διοικούμενο, προκειμένου να εκφράσει τις απόψεις του εγγράφως για την αποδιδόμενη σε αυτόν παράβαση και να λάβει γνώση της έκθεσης ελέγχου.

Η προδικασία αυτή βασίζεται στο άρθρο 20 του Συντάγματος περί παροχής έννομης προστασίας, στο άρθρο 6 του ν. 2690/1999 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, το οποίο τιτλοφορείται «Προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερόμενου», στο άρθρο 78 ν. 1969/1991 «Εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, αμοιβαία κεφάλαια, διατάξεις εκσυγχρονισμού και εξυγιάνσεως της κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α'167) και στο άρθρο 23 παρ. 4 του ν. 3340/2005 (ΦΕΚ Α 112/10-5-2005) «Για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης των μετοχών». 

Μετά το πέρας της προδικασίας κι αφού ο ενδιαφερόμενος κληθεί και παράσχει εγγράφως τις απόψεις του για την αποδιδόμενη σε αυτόν παράβαση και κατάχρηση της αγοράς κι αφού η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προχωρήσει στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων και μέτρων λόγω παράβασης των διατάξεων των άρθρων 3 – 5 και 7 ή/και 10 – 18 του ν. 3340/2005, ενεργοποιούνται τα ακόλουθα ένδικα βοηθήματα του διοικουμένου για την έννομη προστασία του. 

Σε περίπτωση επιβολής χρηματικού προστίμου ή άλλου διοικητικού μέτρου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 του ν. 3340/2005, ο διοικούμενος δύναται να: 

Ασκήσει προσφυγή ουσίας (άρθρα 63 επ. του ΚΔΔ) ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς περί παραβάσεων και διοικητικών κυρώσεων, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή τους. 

- Δεν προβλέπεται από το νόμο κατά της πράξης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η άσκηση μέσα σε ορισμένη προθεσμία ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης αυτής

- Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. 

Στην περίπτωση που η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης δύναται να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο (άρθρο 202 ΚΔΔ), το Διοικητικό Εφετείο, ύστερα από αίτηση του διοικουμένου, μπορεί να αναστείλει, εν όλω ή εν μέρει ή υπό όρους την εκτέλεση της απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε προσφυγή, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 200 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.  

Σε περίπτωση που η απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε προσφυγή αφορά επιβολή προστίμου, δεν επιτρέπεται η χορήγηση αναστολής για τμήμα του προστίμου που ανέρχεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του προστίμου αυτού. Το τμήμα του προστίμου για το οποίο δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί αναστολή δεν μπορεί να υπερβαίνει κατ’ ανώτατο όριο τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. 

Η προσφυγή εκδικάζεται μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα κατάθεσής της. Αναβολής της συζητήσεως είναι δυνατή μόνο μία φορά για αποχρώντα λόγο και σε δικάσιμο που δεν απέχει περισσότερο από έναν μήνα από την αρχική δικάσιμο. Κατά της ως άνω αποφάσεως (τελεσίδικης) επί της ασκηθείσας προσφυγής ουσίας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ο διοικούμενος δύναται να ασκήσει: 

Αίτηση αναθεώρησης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 101 ΚΔΔ) για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 103 ΚΔΔ. 

Αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 53 επ. του π.δ. 18/1989, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης και σε καμία περίπτωση μετά την πάροδο τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της απόφασης.

 

Ημερομηνία δημοσίευσης: 20/12/2016